Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Η δολοφονία που άλλαξε τη χώρα


(Στον Παύλο Πετρίδη)

Στις 27 Σεπτεμβρίου/8 Οκτωβρίου 1831 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας έπεσε νεκρός στα σκαλιά της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, από τον αδελφό και το γιο, του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Γιώργη και τον Κωνσταντή.
Η ζωή και η δράση του Καποδίστρια είναι από χρόνια αντικείμενο μελετών, αλλά ουδέποτε αναδείχθηκε -ως όφειλε- από την Ελληνική Πολιτεία, ίσως γιατί οι αρχές του και το πολιτικό του όραμα ήταν τελείως αντίθετο από αυτό που επικράτησε τελικά, στη χώρα, με το ρουσφέτι και τον κοτζαμπασισμό, σε εξελιγμένη μορφή.
Ο Καποδίστριας καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Κέρκυρας, με πολιτική παράδοση γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803, οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και έπεσε σε δυσμένεια λόγω της Ελληνικής επανάστασης του 1821 και υποχρεώθηκε σε παραίτηση . Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας,
Ο Καποδίστριας ανέλαβε μέσα σε μια χαοτική κατάσταση, στο εσωτερικό είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν η αναστολή του συντάγματος και η διάλυση της βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», ένα γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η κεντρική γραμματεία, ένα είδος υπουργικού συμβουλίου, διοικούμενο από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Μία απο τις πρώτες του κινήσεις ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης. Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των τοπικών αρχόντων. Ίδρυσε τς Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, το Εθνικό Νομισματοκοπείο, κατασκεύασε νέα σχολεία, εισάγοντας τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία).

Προσπάθησε να τονώσει την οικονομία και την γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και έγινε η πρώτη απόπειρα για την καλλιέργεια πατάτας. Η εισαγωγή της παραμένει ανέκδοτο ως σήμερα: Παραγγέλλοντας ένα φορτίο πατάτες, πρώτα διέταξε ότι πρέπει να προσφερθούν σε όποιον θα ενδιαφερόταν. Οι πατάτες αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία από τον πληθυσμό, αλλά ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας τις ελληνικές συνήθειες, διέταξε ολόκληρη η αποστολή των πατατών να ξεφορτώνεται σε δημόσια επίδειξη στις αποβάθρες του Ναυπλίου, αλλά να φυλάσσονται από φαινομενικά αυστηρές φρουρές. Έτσι, κυκλοφόρησαν φήμες ότι, αφού φρουρούνταν έπρεπε να είναι μεγάλης σπουδαιότητας, άρα κάποιοι θα δοκίμαζαν να τις κλέψουν. Οι φρουρές είχαν διαταχθεί εκ των προτέρων να κάνουν με τρόπο τα στραβά μάτια και να επιτρέπουν ουσιαστικά την κλοπή.

Αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση ο Καποδίστριας δεν αρκέστηκε στο πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθεταν το Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ενώ, σχετικά με την επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Saxe-Coburg, με τον οποίο ανέπτυξε έντονη αλληλογραφία, αναπτύσσοντάς του τα ελληνικά θέματα. Τελικά, ο Λεοπόλδος παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα της νέας του Επικράτειας και αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Καποδίστριας τον αποθάρρυνε επίτηδες.
Ο Καποδίστριας θεωρούνταν άνθρωπος της Ρωσίας. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828 ενέτεινε την δυσπιστία μεταξύ των δύο πλευρών δεδομένου μάλιστα ότι ο φιλέλληνας, Τζώρτζ Κάνινγκ είχε πεθάνει. Η ψυχρότητα με την οποία οι Βρετανοί αντιμετώπισαν τον Καποδίστρια, οφειλόταν στον φόβο τους ότι οι ρωσικές επιτυχίες επί της Τουρκίας θα είχαν σαν συνέπεια την στερεότερη πρόσδεση στο άρμα της Ρωσίας του ρωσόφιλου Καποδίστρια και κατ' επέκταση της Ελλάδας, βλέποντας να κινδυνεύει η θέση τους στην ανατολική Μεσόγειο. Αλλά βέβαια η αγγλική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από την προσαρμοστικότητά της  Έτσι τον Ιανουάριο του 1830 υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο η Ελλάδα κηρύχθηκε κράτος ανεξάρτητο με ηγεμόνα τον Λεοπόλδο και σύνορα τους ποταμούς Αχελώο και Σπερχειό. Μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου, αλλά και την δολοφονία του Καποδίστρια, οι Δυνάμεις «ανεβίβασαν την Ελλάδα εις τάξιν βασιλείου», με βασιλιά τον Όθωνα και σύνορα την γραμμή Βόλου-Άρτας.
Ο Καποδίστριας λόγω της ισχνής οικονομικής κατάστασης του κράτους επιχείρησε να συνάψει δάνειο με τράπεζες του εξωτερικού, που όμως, δεν ευόδωσε λόγω των αντιδράσεων της Μεγάλης Βρετανίας. Παρόλα αυτά, η Ρωσία και η Γαλλία ανέλαβαν να ενισχύσουν οικονομικά την Ελλάδα, με τον Τσάρο να προσφέρει 3.750.000 γαλλικά φράγκα.
Τα κύρια προβλήματα του Κυβερνήτη ήταν η εχθρότητα Γαλλίας και Αγγλίας, καθώς τα γεωστρατηγικά συμφέροντα τους στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού κράτους που δεν έλεγχαν ή ήταν υπό την επιρροή της Ρωσίας και οι φατρίες, τα τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, Φαναριωτών και πλοιοκτητών, οι οποίοι επεδίωκαν διατήρηση των προνομίων και συμμετοχή στη νομή της εξουσίας.

Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία, κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέρφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, είχαν ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση με το "κατεστημένο". Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία τους και γι’ αυτό δεν εννοούσαν να υπακούσουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους. Δεν εννοούσαν π.χ. ότι έπρεπε να πληρώνουν φόρους. Κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες. Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνωρίζοντας  το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιωνόταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων άμεσα, πράγμα που ήταν αδύνατον. Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του "αγγλικού κόμματος" Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή.

Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας. Εκεί έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων και οι Άγγλοι και οι Γάλλοι τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο  εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία του Μιαούλη, ενώ μια μικρή μοίρα ήταν υπό την αρχηγία του Κανάρη, που δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα». Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβυ στο Παρίσι πρίγκηπα Α. Σούτσο επιστολή με την οποία, με εθνική αγανάκτηση, διαμαρτύρεται και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.
Ήδη, από το το προηγούμενο έτος 1830 είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Εξοργισμένοι με τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας. Έτσι, το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 (Ιουλιανό ημερολόγιο) έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν θανάσιμα τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του, Γεώργιος Κοκκώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, τον οποίο αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί, ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα.

Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ακέραιος χαρακτήρας, έντιμος και θερμός πατριώτης και ανιδιοτελής. Αρνήθηκε σύνταξη από τη Ρωσία, για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους. Αρνιόταν τον μισθό του. Δυο φορές θέλησαν να του κόψουν κάποια χορηγία, για να έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως αρχηγός κράτους προς τους ξένους, τη μια το «Πανελλήνιο», την άλλη η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του 1829. Και τις δυο φορές αρνήθηκε. Ξόδεψε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες της πατρίδας. Πούλησε ακόμα και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του. Και ήταν πολύ λιτοδίαιτος, όσο έβλεπε τη χώρα βουτηγμένη στα ερείπια και σε φρικτή ανέχεια.

Ο Καποδίστριας με το τιτάνιο έργο (εντός και εκτός Ελλάδας), την απαράμιλλη αυταπάρνηση του, την πολιτική του οξύνοια σε συνδυασμό με τη διπλωματική διορατικότητα, αλλά και την ψυχική ευγένεια, τη εσωτερική του καλλιέργεια υπήρξε μοναδικά ξεχωριστή προσωπικότητα στην ελληνική πολιτική.

Αρκετά αργότερα, το 1840 ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: ‘Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε μεταβρει και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα… " Για την δολοφονία του Καποδίστρια ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν.»

Όσο κι αν η Ιστορία δεν γράφεται βασισμένη σε υποθέσεις αλλά σε γεγονότα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας δεν είχε δολοφονηθεί, η πορεία της Ελλάδας θα ήταν τελείως διαφορετική. Ήταν η πρώτη χαμένη ευκαιρία στην νεότερη Ιστορία της Ελλάδας....ακολούθησαν κι άλλες....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.