Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

«Εφυγε» ένας μεγάλος δάσκαλος


Πέρασε στα ψιλά, μέσα στο κυκεώνα πολιτικών επαφών, επικείμενων μέτρων, απειλών αποχώρησης από την ευρωζώνη, ακόμα και αυτών των αλλαγών στο νόμο για τα ΑΕΙ. Η ανέχεια και η αβεβαιότητα για το αύριο δεν αφήνουν χώρο σε τέτοιες ειδήσεις. Έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος  δάσκαλος Χρίστος Τσολάκης,  που  άφησε  έντονο  το στίγμα του στη σύγχρονη   ελληνική γλωσσολογία  και τα γράμματα. Θυμήθηκα τον φιλόλογό μου στο Λύκειο, τον άνθρωπο που του χρωστώ την αγάπη μου για τα αρχαία ελληνικά και τη ελληνική γλώσσα. Πόσο θαύμαζε τους "δασκάλους": Κακριδή, Πολίτη, Τσολάκη.

Ποιός ήταν όμως ο Χρίστος  Τσολάκης; Ο ομότιμος καθηγητής νεοελληνικής γλώσσας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, γεννήθηκε το 1935 στο εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό της
ορεινής Πιερίας Μόρνα (Σκοτεινά). Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Κατερίνης το 1952 ως αριστούχος και εισήχθη στη Φιλοσοφική σχολή του ΑΠΘ απ’ όπου αποφοίτησε το 1957 με δασκάλους τους: Εμμανουήλ Κριαρά, Απόστολο Βακαλόπουλο, Νικόλαο Ανδριώτη, Ιωάννη Κακριδή και Λίνο Πολίτη.
Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Κλασικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου Lund στη Σουηδία, όπου και δίδαξε Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία. Υπηρέτησε στη γενική εκπαίδευση ως καθηγητής, σχολικός σύμβουλος και μετείχε στις επιτροπές που εργάστηκαν για την εισαγωγή και την καλλιέργεια της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και στο δημόσιο βίο. Ήταν επικεφαλής των συγγραφικών ομάδων οι οποίες, με τη συνεργασία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, έγραψαν τα βιβλία "Νεοελληνική γλώσσα" για το γυμνάσιο και "Έκφραση - Έκθεση" για το λύκειο. Ασχολήθηκε με θέματα γλώσσας, διδασκαλίας της γλώσσας και επιμόρφωσης των
εκπαιδευτικών δίνοντας πλήθος διαλέξεων στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό ενώ είχε
τιμηθεί πολλές φορές από Ελληνικά και Ξένα Πανεπιστήμια.   Υπήρξε ο ιδρυτής του Μουσείου Εκπαίδευσης και Παιδείας στη Βέροια, ενός πρωτοπόρου θεσμού που λειτουργεί υπό την αιγίδα του Δήμου Βέροιας σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.  Επί 12 συνεχή χρόνια (τη δεκαετία του ΄90) πραγματοποίησε σειρά εκπομπών στο ραδιοφωνικό σταθμό 9.58 της ΕΤ-3με τίτλο «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική».

Ο Τσολάκης με τις    ιδέες   του   επηρέασε   την πορεία  των εκπαιδευτικών θεμάτων στη χώρα, ήταν από τα   πρόσωπα – σύμβολα  που  σχεδίασαν την γλωσσική μετταρρύθμιση, ενώ  η συμβολή του ήταν  σημαίνουσα  στην εξέλιξη της   ελληνικής  φιλοσοφίας.
Αυτό όμως, που χαρακτηρίζει την στάση και τη φιλοσοφία της ζωής του είναι η άποψη που εξέφρασε  ότι  «οι γλώσσες ακολουθούν τις κοινωνίες. Όταν χειροτερεύουν οι κοινωνίες, χειροτερεύουν οι έννοιες που διέπουν τη ζωή, χειροτερεύει και η γλώσσα που τις εκφράζει. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν πλουτίζει. Προστίθενται νέες έννοιες που εκφράζουν την ευτέλεια που μας διέπει….».
Ο δάσκαλος θα είναι πάντα επίκαιρος.....


Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Εθνική Ομοψυχία....υπάρχει

Πίνακας του Ντίνου Παπασπύρου
Και -όπως συνηθίζεται -πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών, ξέσπασε ένα μέγα σκάνδαλο.... Κατά παράδοση, αφορά το ντόπιγκ καποιου (πρωτ)αθλητή, στην παρούσα περίπτωση, αυτό (το περι ντόπιγκ) ακολούθησε το αμαρτημα μιας αθλήτριας, που τιτιβισε ότι άκουσε και νόμισε ότι μπορει δημόσια να μιλά όπως και με τους φίλους της (τους πραγματικούς κι όχι τους εικονικούς). Η ποινή της -εξαιρετικά αυστηρή- ήταν ο αποκλεισμός από την εθνική ολυμπιακή ομάδα.
Σύσσωμη σχεδόν, η βουτηγμένη στο ψέμα και τον ωχαδελφισμό, ελληνική κοινωνία ανακάλυψε ότι υπάρχει υποκρισία. Η ακροαριστερά με στεντόρειες κορώνες στο κοινοβούλιο απάιτησε την αποκατάσταση της αθλήτριας, αφού έτσι κι αλλιώς συμφωνεί και με το πνεύμα του ανόητου ρατσιστικού ανέκδοτου, η δε αριστερά διαμοιράστηκε ανάμεσα στην επίσημη κατά του ρατσισμού γραμμή και τους εκπροσώπους της αριστερης διανόησης που κατήγγειλαν το γελοίον του πράγματος.
Μέσα σε μια κοινωνία που έχει χασει τις αρχές και τις αξίες της. Μια κοινωνία που έδωσε θέση στο κοινοβούλιο σε ένα φασιστικό κόμμα. Μια κοινωνία που ανέχεται την φοροδιαφυγή, το φακελάκι, το ρουσφέτι (αρκεί να επωφελλούμαστε εμείς και να την στηλιτευουμε στους άλλους), η τιμωρία του αποκλεισμού μιας 20αχρονης για ένα ανόητο σχόλιο φαντάζει και είναι υπερβολικά αυστηρή.
Η μη λειτουργία παρόμοιων αντανακλαστικών στον διορισμό σε κυβερνητικό πόστο χουντουπολειμμάτων και πολλών άλλων καταστάσεων που θα έπρεπε να είχαν στηλιτευτεί είναι αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής διαπλοκής που έφερε την χώρα στην σημερινή κατάσταση. Άλλωστε, η δημοκρατία είναι η κολυμπήθρα του Σιλωαμ που μέσα της νομιμοποιούνται όλα τα πολιτικά φρονήματα, κάθε πολιτικός, ως αρεστός κι όχι ως άριστος.
Όπως επίσης, και οι Ολυμπιακοί αγώνες μπορεί να θεωρούνται κορυφαίο γεγονός, αλλά στην ουσία ο θεσμός έχει ευτελιστεί σε μια εμπορική διοργάνωση με βιομηχανοποιημενο πρωταθλητισμό.
Αναμφίβολα, η νεαρή αθλήτρια διεπραξε ένα σφάλμα, ζήτησε συγνώμη και σε κάθε περίπτωση δεν ήταν απαραίτητη μια τέτοια βαριά ποινή, η οποία δημοσιοποίησε στην ουσία σε πολύ ευρύτερο κοινό το ανόητο αυτό σχόλιο. Από την άλλη, τόσο η συγκεκριμένη αθλήτρια όσο και όλοι όσοι ασχολούνται με τον πρωταθλητισμό, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι πέρα από το γεγονός ότι εκπροσωπούν την χώρα τους, γίνονται παράδειγμα για άλλα νέα παιδιά και άρα η συμπεριφορά τους οφείλει να είναι ανάλογη. Οφείλουν - όπως όλοι μας - να γνωρίζουμε τον βασικό κανόνα της φυσικής, ότι κάθε δράση, έχει αντίδραση. Σε κάθε μας πράξη υπάρχει ένα επακόλουθο, του οποίου τις επιπτώσεις οφείλουμε να αποδεχόμαστε.

Τώρα όλοι θα μιλήσουν, θα αναλύσουν το φαινόμενο, όλοι θα πάρουν τα λεπτά της δημοσιοτητας από την αθλήτρια, που δεν εφερε μετάλλιο, όπως εκείνη επιθυμούσε, όμως για κάποιους αυτό δεν είναι απαραίτητο, καθε είδους δημοσιοτητα είναι ευπρόσδεκτη. 

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Μια χαμένη ευκαιρία


Ο Γεώργιος Παπανδρέου μετά την άνοδό του στην εξουσία, πετυχαίνει να ληφθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας  του Ο.Η.Ε  απόφαση, τον Μάρτιο του 64,  με την οποία απαγορευόταν στην Τουρκία να προβεί σε ενέργειες κατά της Κύπρου. Δεν της αναγνωριζόταν το δικαίωμα επέμβασης στην Κύπρο και ταυτόχρονα αποφασιζόταν η αποστολή στρατιωτικής δύναμης  κυανοκράνων  στην περιοχή καθώς και διορισμός μεσολαβητή  του Οργανισμού για το Κυπριακό.
Στις 8 Μαΐου πάντως, η Ελλάδα δηλώνει ρητά, ότι δεν επιθυμεί την Ένωση αλλά την ανεξαρτησία της Κύπρου. Στις 12 του ίδιου μήνα εκτελούνται δύο έλληνες αξιωματικοί και τραυματίζεται άλλος ένας στην Κύπρο από Τούρκους, στην Αθήνα συγκαλείται έκτακτη σύσκεψη. Οι συγκρούσεις στον Πενταδάκτυλο απέδειξαν την αδυναμία των λιγοστών (2000) ανδρών που είχαν αποσταλεί μυστικά στην Κύπρο με πρωτοβουλία του έλληνα πρωθυπουργού και του στρατηγού Γεννηματά για αντιμετώπιση των Τούρκων. Έτσι, ο Υπουργός πείσθηκε να υποχωρήσει σε σταδιακή αποστολή ισχυρών δυνάμεων, οι άνδρες των οποίων ταξιδεύουν με επιβατικά πλοία ως τουρίστες με ψευδώνυμα μεταφέροντας μαζί τους οπλισμό και πολεμοφόδια.
Στις 8 Ιουνίου ο  Τζόνσον παρεμβαίνει για να αποτρέψει τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Στο μεταξύ ο Γρίβας αναλαμβάνει την αρχηγία της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο ενώ συνεχίζεται η αποστολή μυστικά στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί από την Ελλάδα. Στις  24 Ιουνίου o Γ. Παπανδρέου, συνοδευόμενος από τον υπουργό Eξωτ. Στ. Kωστόπουλο και τον αναπλ. υπουργό Συντονισμού Aνδρέα Παπανδρέου, επισκέφθηκαν την Ουάσιγκτον. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν υπέκυψε στις πιέσεις και αρνήθηκε να συναντηθεί με τον τούρκο ομόλογό του Iνονού, αποδέχθηκε όμως, ως μεσολαβητή στο Κυπριακό τον πρώην υπουργό Eξωτερικών των HΠA, Nτιν Aτσεσον. H τελική απάντηση του στις αμερικανικές πιέσεις ήταν: «Λέγεται ημίν: ή θα υποταγείτε ή θα γίνει εισβολή. Ουχί μόνον η Tουρκία απεφάσισε την επιδρομήν, αλλά και επληροφορήθη ότι η επιδρομή δεν δύναται να παρεμποδισθή. Aλλά αυτό σημαίνει τελεσίγραφον. Tοιαύτα τελεσίγραφα έχει λάβει η Eλλάς από τον φασισμόν και τον ναζισμόν. Ουδέποτε ανέμενεν ότι θα ελάμβανε και από συμμάχους. Kαι μάλιστα, από τους ηγέτες του Eλευθέρου Kόσμου. Tο τελεσίγραφον είναι τουρκικόν, αλλά καθ' ον τρόπον μας το διαβιβάζετε, αν δεν σημαίνει αποδοχήν, σημαίνει ανοχήν. Xωρίς καμίαν μεγαληγορίαν, εις ηρεμότατον τόνον, οφείλω να σας δώσω την απάντησιν την οποίαν υπαγορεύει η Iστορία και η τιμή του Eθνους: ΟXI». Ο πρόεδρος Τζόνσον απάντησε σε έντονο τόνο ότι «η Ελλάδα είναι μία μύγα και η Κύπρος είναι μια μύγα μπροστά στα συμφέροντα των ΗΠΑ». Στις 9 Αυγούστου σημαίνει συναγερμός των ενόπλων δυνάμεων μετά από πληροφορίες για Τουρκική απόβαση στην Κύπρο. Το σχέδιο Άτσεσον που προέβλεπε ένωση με την Ελλάδα και εκμίσθωση της Καρπασίας στην Τουρκία για 50 χρόνια ναυάγησε λόγω της αρνητικής στάσης του Μακαρίου.
Στις 26 Μαρτίου του 65 ο Μεσολαβητής του ΟΗΕ, Γκάλο Πλάζα υπέβαλε την έκθεση του για το Κυπριακό προτείνοντας τη δημιουργία ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους με ορισμένες ουσιαστικές εγγυήσεις προς την τουρκική μειονότητα. Η Άγκυρα όπως ήταν φυσικό απέρριψε το σχέδιο. Στο μεταξύ η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, η αποσταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών με την αποπομπή του νόμιμου πρωθυπουργού, αποδυναμώνει την ελληνική και ελληνοκυπριακή θέση στο διεθνή χώρο.
Στις 28 Μαρτίου του 1966 η Τουρκία δια του προέδρου της στρατηγού Σουνέϊ καταγγέλλει την παρουσία  ελληνικών στρατευμάτων στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι η Ένωση θα παραμείνει απλό ελληνικό όνειρο, και χαρακτηρίζοντας το Κυπριακό εθνική υπόθεση της Τουρκίας. Στις 21 Δεκεμβρίου με την παραίτηση της κυβέρνησης Στεφανόπουλου διακόπηκε  και ο ελληνοτουρκικός διάλογος Τόμπρα – Τσολάκογλου στο Παρίσι. Ο Έλληνας υπουργός διαβεβαίωσε ότι οι βάσεις της Δεκέλειας θα ήταν διαθέσιμοι αν επείρχετο συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και ότι οι Τουρκοκύπριοι θα είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην διοίκηση της νήσου. Ο Στεφανόπουλος άλλωστε, είχε κατηγορήσει τον Μακάριο για υπονόμευση του ελληνοτουρκικού διαλόγου με τη μυστική εισαγωγή τσεχοσλοβακικών όπλων.
Στις 26 Ιουνίου του 67 η Κυπριακή βουλή ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα όπου ζητούσε τη συνέχιση του αγώνα έως της ενώσεως ενιαίας και ολοκλήρου της Κύπρου με τα της μητρός Πατρίδος και υποστήριζε την προαγωγή του κλίματος ψυχικής ενότητας μεταξύ του ελληνικού κυπριακού λαού και του της μητρός Πατρίδος , ως και εις την στενή συνεργασία μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου. Ενώ συνέστησε στον Μακάριο να μεταβεί στην Αθήνα και «να ομιλήσει άνευ φόβου και προκαταλήψεως».
Όμως η διάσταση απόψεων μεταξύ Αθήνας – όπου έχει επικρατήσει το στρατιωτικό πραξικόπημα- και Λευκωσίας  έγινε πλέον ορατή. Το αγεφύρωτο χάσμα σχετικά με τη στρατηγική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν, σταδιακά επιδείνωσε τη θέση της Κύπρου και προετοίμασε το έδαφος για την τουρκική επέμβαση.
Μετά από την πολύ σύντομη ιστορική αναδρομή θα ήθελα να σημειώσω ορισμένες παραμέτρους που προσδίδουν στην πορεία του Κυπριακού μια «ανακυκλώσιμη» χροιά….


Στις 2 Ιουλίου 1964 ο Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε  επιστολή στον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. Αυτό το μήνυμα του έφτανε αμέσως μετά τη συνάντηση των δύο ανδρών στην Ουάσιγκτον όπου ο Έλληνας πρωθυπουργός αρνήθηκε την έναρξη διμερών συνομιλιών με τον Τούρκο ομόλογό του. Ο Τζόνσον εξέφρασε την πεποίθησή του ότι το Κυπριακό εξελισσόταν επικίνδυνα με την πάροδο κάθε ημέρας και ότι πλέον βρισκόταν στο χείλος της κρίσεως. Σε αυτή τη πεποίθηση ισχυριζόταν ότι κατέληξε καθώς τα πάθη στην Κύπρο είχαν ενταθεί και από τις δύο πλευρές αλλά και διότι η συσσώρευση των εξοπλισμών συνεχιζόταν. “Αυτή είναι κατάστασις η οποία αφεύκτως θα αποβαίνη ολοέν και περισσότερον εκρηκτική ……. Ακόμη και άνευ αμέσου εκρήξεως η πεποίθησις ότι ο κίνδυνος σταθερώς αυξάνει θα ηδύνατο ανά πάσαν στιγμήν να δημιουργήση εν Τουρκία πιέσεις δι’ επέμβασιν αίτινες δύνανται να αποδειχθούν ακατάσχετοι.”
Ο πρόεδρος Τζόνσον υποστήριζε ότι με προσωπικές του προσπάθειες είχε κατορθώσει να αποτρέψει επέμβαση από την τουρκική πλευρά, αλλά από ένα σημείο και μετά δεν θα μπορούσε να αποτρέψει τους Τούρκους από το δικαίωμα να ασκήσουν τα δικαιώματα τους - όπως τουλάχιστον όριζαν οι Συνθήκες του Λονδίνου. Η μόνη λύση που έβλεπε ο Αμερικανός πρόεδρος για να αποφευχθεί η σύρραξη ήταν  η ταχεία και αποφασιστική εξέταση ενός μόνιμου διακανονισμού μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Ο Τζόνσον παραδεχόταν ότι μία τέτοια ενέργεια θα είχε πολιτικό κόστος, επικρίσεις και αντιδράσεις από πολλές πλευρές και υποστήριζε ότι κατανοούσε την άποψη μεγάλου μέρους της ελληνικής πλευράς ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να επιτραπεί στην πλειοψηφία του Κυπριακού λαού να ρυθμίσει το μέλλον της. Όμως, επέμεινε ότι η κρισιμότητα της κατάστασης καθιστούσε αδύνατη την ολοκλήρωση αυτής της εκδοχής, καθώς “αι πιέσεις εις την Τουρκίαν προς δράσιν είναι άκρως ισχυραί και αύται επίσης πηγάζουν από την βαθείαν πεποίθησιν ότι διακυβεύονται τουρκικά δίκαια.” Ο Τζόνσον έδειχνε ότι  προσπαθούσε να κρατήσει τις δέουσες αποστάσεις μεταξύ των δύο αντιπάλων και παράλληλα  συμμάχων στο ΝΑΤΟ, προβάλλοντας τις προθέσεις του να βοηθήσει στην εξεύρεση λύση, χωρίς φαίνεται ότι προσπαθεί να επιβάλει τις απόψεις του ή λαμβάνει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου. «Η πεποίθησις μας είναι ότι οιαδήποτε επιτυχής λύσις δέον να προέλθη από συμφωνία των μερών και δεν δύναται να υπαγορευθή ή επιβληθή έξωθεν. Αλλ’ ότι θα είμεθα όσον δυνάμεθα εξυπηρετικοί εις αμφοτέρους τους φίλους μας άμα τη ενάρξει σοβαράς συζητήσεως»
Όπως φαίνεται ο Αμερικανός πρόεδρος προσπάθησε για μία ακόμη φορά να πιέσει προς τη πλευρά των διμερών διαπραγματεύσεων, με τις ΗΠΑ στη θέση του διαμεσολαβητή, τονίζοντας την επικινδυνότητα της κατάστασης. Ο Τζόνσον ήθελε να δει τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική πλευρά να επεξεργάζονται με αποφασιστικότητα μία ειρηνική λύση αποδεσμευμένες από την εμμονή ότι υπάρχει μία και μόνη αποδεκτή βάση για συζήτηση - διαφορετική βέβαια για κάθε μία από αυτές. Προβάλλοντας την πεποίθηση ότι το πραγματικό συμφέρον των λαών μπορεί να ικανοποιηθεί εφ’ όσον υπάρχει πραγματική διαπραγμάτευση και ότι αν δεν υπάρξει κανείς δεν θα μπορούσε να αποτρέψει μίαν καταστροφή για την οποία όλοι θα θεωρούνταν υπόλογοι.
Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ένιωθε τις ακατάσχετες πιέσεις της Ουάσιγκτον αλλά ακόμα μία φορά αρνήθηκε να ενδώσει- το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης θα ήταν πολύ ακριβό…. Στις 5 Ιουλίου έστειλε απαντητική επιστολή στον Αμερικανό πρόεδρο, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του, όπως ακριβώς τις είχε διατυπώσει και στην κατ’ ιδίαν συνάντηση τους στο Λευκό Οίκο, κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του εκεί. Ο Έλληνας πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα επιζητεί την ειρήνη και για το λόγο αυτό ούτε προκαλεί αλλά ούτε και ανταποδίδει τις τουρκικές προκλήσεις. Υπενθύμισε ότι παρότι οι Τούρκοι επιδίδονται σε διωγμούς κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, στην Ελλάδα ποτέ δεν ασκήθηκαν αντίποινα εναντίον Τούρκων που διαμένουν στην επικράτεια της. Ακόμα και στην Κύπρο η Ελληνική Κυβέρνηση ασκεί όλη της την επιρροή για την εδραίωση της ειρήνης, όπως αποδεικνύεται και από την δημόσια έκκληση που απηύθυνε από τις ΗΠΑ προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο προτρέποντάς τον για την πλήρη συνεργασία με την διεθνή στρατιωτική δύναμη για το σκοπό αυτό.
Όσον αφορά δε την πολιτική λύση, ο Παπανδρέου υποστήριξε και πάλι την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών να αναθέσει το θέμα στον Μεσολαβητή και υπογράμμισε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ζητά να ευνοηθεί αλλά να εφαρμοστούν οι Αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, που σημαίνει αδέσμευτη και ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία. “Δεν ζητούμεν καμμίαν απολύτως μεροληψίαν υπέρ υμών. Ζητούμεν την αμερόληπτον εφαρμογήν των αρχών της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης, συμφώνως προς τας οποίας η πλειοψηφία κυβερνά, αλλά και η μειονότης προστατεύεται και μάλιστα ακόμη και με διεθνείς εγγυήσεις”, τόνιζε ο Έλληνας πρωθυπουργός. Ο Παπανδρέου αντέκρουσε τις ευθύνες για τον επαπειλούμενο κίνδυνο, υποστηρίζοντας ότι αφού η Ελλάδα ακολουθεί πολιτική ειρήνης και επιδιώκει τη λύση του Κυπριακού με ειρηνικά μέσα, αισθάνεται ότι επιτελεί το καθήκον της ως μέλος του ελεύθερου κόσμου και δε φέρει επομένως καμία απολύτως ευθύνη για την “καταστροφή” που απειλείται. Η ευθύνη θα βάρυνε μόνο την Τουρκία, αφού εκείνη ήταν που συνεχώς απειλούσε για πόλεμο. Υπερασπίστηκε έτσι την ανάγκη οργάνωσης της άμυνας της Κύπρου η οποία προήλθε ακριβώς από τις απειλές αυτές. Ο Έλληνας πρωθυπουργός αντέκρουσε και τους τουρκικούς ισχυρισμούς που προβάλλονταν για να δικαιολογηθούν οι απειλές τους, ότι το δικαίωμα της επέμβασης τους αντλείται από τις Συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου, υποστηρίζοντας ότι όποια δικαιώματα περιέχονταν στις Συνθήκες έπαυσαν να υφίστανται από τη στιγμή που η Κύπρος έγινε μέλος των Ηνωμένων Εθνών και με τη συγκατάθεση της Τουρκίας. Άρα, οι απειλές επίθεσης αποτελούσαν πράξη ωμής βίας και κατ’ ουδένα τρόπο διασφάλιση των νόμιμων δικαιωμάτων της άλλης πλευράς.
Ο Παπανδρέου επέμεινε ότι οι ελληνοτουρκικές συσκέψεις είναι περιττές έως και επικίνδυνες από τη στιγμή που δεν έχει επιβεβαιωθεί εκ των προτέρων συμφωνία επί των βασικών θεμάτων για τον Μεσολαβητή. Άλλωστε από τη στιγμή που η Ελλάδα είχε αποδεχθεί το διορισμό του Μεσολαβητή για την αναζήτηση νέου πολιτικού σχήματος για την Κύπρο, αναγνώριζε και το δικαίωμα του να επικαλεστεί τη βοήθεια οποιουδήποτε θεωρούσε χρήσιμο και ικανό. Για το λόγο αυτό δεν έφερε αντίρρηση για τη βοήθεια που ήθελε να προσφέρει ο Αμερικανός αντιπρόσωπος, αλλά παράλληλα δεν ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει σε απευθείας διμερείς συνομιλίες με την Τουρκία.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός διπλωματικά ευχαριστούσε τον Αμερικανό πρόεδρο για τις πρωτοβουλίες του που στόχευαν στην αποφυγή πολεμικής σύρραξης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας και στην ειρηνική λύση της κρίσης στην Κύπρο. “Η Ελλάς ανταποκρίνεται πλήρως εις την πρωτοβουλίαν σας. Αποδέχεται την Ειρήνην και με τους λόγους και με τας πράξεις της. Εάν και η Τουρκία πράξη το ίδιο, η Ειρήνη έχει παγιωθεί. Εάν όμως η Τουρκία επιχειρήση επίθεσιν καθίσταται αυτή και μόνον ένοχος του πολέμου και είναι δίκαιον να ευρεθή αντιμέτωπος όχι μόνον της Ελλάδος αλλά ολοκλήρου του ελευθέρου κόσμου”, κατέληγε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή που απέστειλε στον έλληνα πρωθυπουργό ο πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, Μάτσας, όπου τόνιζε ότι οι ισχυροί δύσκολα αποδέχονται αποτυχία. Για το λόγο αυτό ο πρέσβης εισηγήθηκε «εξευμενιστικές» ενέργειες και λόγους. Υποστήριζε ότι το θέμα δεν είχε λήξει και ότι η πίεση θα επαναλαμβανόταν με άλλες μορφές. Υπολόγιζε ότι η πρώτη ευκαιρία για να ασκηθούν πιέσεις θα δινόταν στις προσεχείς συναντήσεις της Γενεύης και θα στρέφονταν και κατά του Γ.Γ του ΟΗΕ Ου Θαντ όσο και του Μεσολαβητή, Πλάζα. Ο Μάτσας πίστευε ότι αν λάμβανε μέρος και ο Ατσεσον θα γινόταν φορέας έντονων πιέσεων και θεωρούσε ότι ως όργανο εκβιασμού θα προβαλλόταν η συνεχιζόμενη απειλή πολέμου στην Κύπρο. Σχετικά δε με την συμμετοχή του Άτσεσον ήταν πεπεισμένος ότι θα συνέβαλε στο να έρθει το ζήτημα σε στάδιο άμεσων διαπραγματεύσεων. Η πρόβλεψη του αυτή βασιζόταν στην πεποίθηση του ότι οι Αμερικανοί είχαν ήδη έτοιμη λύση ή λύσεις που είχαν προκρίνει, αλλά καθώς αντίκειτο στις άγραφες αρχές της διπλωματίας τους, απέφευγαν πεισματικά να τις αποκαλύψουν. Τα σχέδια τους όμως, πρόδιδε η επιμελής οργάνωση της συνάντησης στο Καμπ Ντεϊβιντ που είχαν προτείνει στον Παπανδρέου. «Τα πάντα είχαν προετοιμαστεί: Πρόσωπα και σκηνοθεσία. Ως ταχυδακτυλουργός, ο αυτάρεσκος και πολυμήχανος Αμερικανός Νέστωρ θα ενεφάνιζε την λύσιν ενώπιον των εγκαθείρκτων απεσταλμένων, ως εάν προήρχετο εξ αυτών». Τα συμπεράσματα αυτά είχε εξάγει ο πρέσβης και από τις συνομιλίες που παρακολούθησε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Παπανδρέου στις ΗΠΑ, όταν ο υφυπουργός εξωτερικών Μπαλ παραδέχθηκε ότι η κυβέρνηση του δεν στερούνταν ιδεών για τη λύση του Κυπριακού, αλλά δεν επιθυμούσαν να τις προβάλλουν διότι γνώριζαν ότι κάθε πρόταση από την πλευρά τους θα γεννούσε αυτομάτως αντιδράσεις. Φαίνεται ότι οι Αμερικανοί ήταν πεπεισμένοι ότι κάθε λύση που θα προερχόταν από αυτούς ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη. Θα έπρεπε λοιπόν, να την προωθήσουν καλυμμένη. Ο Άτσεσον προοριζόταν να εκμαιεύσει στο Καμπ Ντέϊβιντ αμερικανική λύση από τους εκπροσώπους των αντιπάλων μερών και το ίδιο επρόκειτο να επιχειρήσει αν συμμετείχε στη Γενεύη.
Ο Άτσετσον υποστήριζε ότι τρεις ήταν οι ενδιαφερόμενοι, η κυβέρνηση της Ελλάδας, η κυβέρνηση της Τουρκίας και ο Κυπριακός λαός ενώ. απέδιδε πρωταρχική σημασία στους τρεις συντελεστές του προβλήματος, την αξιοπρέπεια και το γόητρο της Ελλάδας και της Τουρκίας, τη στρατιωτική ασφάλεια των επικρατειών τους και το λαό της Κύπρου. Το στοιχείο της ασφάλειας ενδιέφερε πρώτιστα την Τουρκία ενώ, του Κυπριακού λαού την Ελλάδα. Το στοιχείο της ασφάλειας ικανοποιούταν με την ένωση και την Νατοποίηση της Κύπρου αλλά και εκείνο του Κυπριακού λαού ικανοποιούταν με την ένωση. Η ένωση φυσικά ικανοποιούσε και το στοιχείο του γοήτρου της Ελλάδας αλλά έμενε ανικανοποίητο αυτό της Τουρκίας. Ο Άτσεσον συνέδεε το γόητρο με τη σταθερότητα των κρατών και έτσι πρόβαλλε το ζήτημα του τιμήματος της ένωσης που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το γόητρο της Τουρκίας. Το τίμημα βέβαια, δεν μπορούσε παρά να είναι εδαφικό.
Ο έλληνας επιτετραμμένος στην Ουάσιγκτον υποστήριζε ακόμη, ότι η εκλογή του Ατσεσον από την Αμερικανική κυβέρνηση απέβλεπε στο να είναι αρεστός στην ελληνική πλευρά. Το νομικό γραφείο στο οποίο προίστατο είχε ιδιαίτερους δεσμούς με την «Βασιλική κυβέρνηση». Οι Αμερικανοί είχαν υπολογίσει πάνω στην προβολή του προσώπου και των ιδεών του, όπως και στις «βασανιστικές» πιέσεις του Προέδρου τους κατά τη συνάντηση του με τον έλληνα πρωθυπουργό, ώστε να εξουδετερώσουν κάθε αντίσταση στα σχέδια τους.

Ένα άλλο ζήτημα που απασχολούσε την Αθήνα ήταν ο συντονισμός των ενεργειών με τη Λευκωσία. Η Ελληνική κυβέρνηση προσέβλεπε στη στενή συνεργασία με τον Μακάριο αλλά είχε θέσει και τον απαράβατο όρο ότι δεν θα επέτρεπε ούτε θα ανεχόταν πρωτοβουλίες του Αρχιεπισκόπου οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν άμεσα ή έμμεσα σε πόλεμο. Σε περίπτωση που ο Αρχιεπίσκοπος προχωρούσε σε τέτοιου είδους πρωτοβουλία  θα ακολουθούσε άμεσος διαχωρισμός ευθυνών και ρήξη σχέσεων. Η αφορμή αυτών των διευκρινίσεων ήταν η διαπίστωση της αποτυχίας και των επιζήμιων συνεπειών της πολιτικής του Μακάριου έναντι της Μόσχας. Μια πολιτική που είχε ακολουθήσει ο Αρχιεπίσκοπος παρά τις αντιρρήσεις της Ελληνικής κυβέρνησης. Μέσα στη καρδιά της ψυχροπολεμικής περιόδου η προσέγγιση του Μακάριου στη Μόσχα και οι «αδέσμευτες» κινήσεις του εξόργιζαν τους Δυτικούς συμμάχους της Ελλάδας και ιδιαίτερα τους Αμερικανούς, που έφταναν να τον αποκαλούν «Κάστρο της Μεσογείου».
Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε απευθείας συνάντηση με τον Μεσολαβητή του ΟΗΕ, Πλάζα, στις 18 Φεβρουαρίου του 1965, όπου συζήτησε τις εξελίξεις. Ο Πλάζα υποστήριξε ότι στο σημείο που είχαν φτάσει τα πράγματα καμία πλευρά δεν μπορούσε να κάνει υποχωρήσεις και έτσι ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί κάποια πρόοδος θα ήταν να παρεμβληθεί ένας τρίτος παράγοντας, ανεξάρτητος, ο οποίος θα διευκόλυνε την ανταλλαγή των απόψεων ώστε να υπάρξει “κάποια μετακίνηση των αμετακίνητων θέσεων” των ενδιαφερομένων.
Ο Πλάζα ενημέρωσε τον Έλληνα πρωθυπουργό για την πρόθεσή του να καταθέσει την έκθεσή του το ταχύτερο, χωρίς να περιμένει την συζήτηση στην Γενική Συνέλευση του Οργανισμού, εκφράζοντας τους φόβους του ότι κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης θα μπορούσαν να προκύψουν μικροεπεισόδια, τα οποία όμως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μεγάλες κρίσεις. Ο Μεσολαβητής υποστήριξε ότι θα κατέθετε μία ρεαλιστική λύση, μέσα στο πνεύμα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, μία λύση δημοκρατική, η οποία θα λάμβανε σοβαρά υπόψη τις βασικές απόψεις των ενδιαφερομένων.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός συμφώνησε με τις θέσεις του Πλάζα για την ανάγκη υποβολής της έκθεσής του συμπληρώνοντας ότι ο προκάτοχός του Τουομιόγια, ο οποίος είχε ασχοληθεί πολύ με την ιστορική έρευνα, του είχε αποκαλύψει ότι όπως είχε και εγγράφως συμπεράνει η περίπτωση της συνομοσπονδίας πρέπει να αποκλεισθεί. Ο Τουομιόγια είχε μάλιστα πληροφορήσει τον Παπανδρέου, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του τελευταίου στα Γραφεία των Ηνωμένων Εθνών, ότι το συμπέρασμά της έρευνάς του ήταν ότι έπρεπε να προχωρήσει η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου επανέλαβε ότι η Ελλάδα ζητά να ισχύσουν οι αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Κύπρου. Αν ο Κυπριακός λαός αποφάσιζε την Ένωση, θα γινόταν. Η Ελλάδα ήταν έτοιμη να δεχθεί την όποια απόφαση του. Παράλληλα, υποστήριζε ότι η Τουρκική μειονότητα θα έπρεπε να τύχει πλήρη και εγγυημένη ικανοποίηση των δικαιωμάτων της. Αλλά, δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει την παρανόηση της Διεθνούς κοινής γνώμης γύρω από τον όρο που χρησιμοποιείται αναφέροντας δύο «κοινότητες» στην Κύπρο, λησμονώντας την πραγματική πληθυσμιακή αναλογία. Ο τουρκικός πληθυσμός ανερχόταν στο 18% και ο χώρος στον οποίο είχαν συγκεντρωθεί μαζί με τις στρατιωτικές τους δυνάμεις την εποχή εκείνη ήταν το 3% του συνολικού χώρου του νησιού. Ο υπόλοιπος τουρκικός πληθυσμός των 40.000 ήταν διάσπαρτος ανάμεσα στο ελληνικό στοιχείο. Όλη επομένως, η περίφημη φιλολογία για διχοτόμηση ή ομοσπονδία αφορούσε στην πράξη το 9%  του συγκεντρωμένου πληθυσμού και 3% του χώρου- στρατοπέδου συγκεντρώσεως των προσφύγων. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούσαν ιδιαίτερα διαφωτιστικό στοιχείο για τη διεθνή κοινή γνώμη αλλά και για τα μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Ο έλληνας πρωθυπουργός συμφώνησε επίσης, με την θέση του Πλάζα ότι η έκθεση του δεν αποτελούσε οριστικό τέρμα, αλλά το τέρμα μίας φάσεως μετά την οποία θα ακολουθούσε η πορεία της οριστικής λύσης. Επιπλέον, η άποψη του Πλάζα ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη, ούτε άμεσα θα ήταν δυνατόν να συζητήσουν, ούτε άλλος τρίτος –βλέπε ΗΠΑ- θα ήταν χρήσιμο να παρεμβαίνει εκτός από τον Μεσολαβητή του ΟΗΕ και στην νέα φάση, συνέπιπτε με τις θέσεις του Παπανδρέου και της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Παπανδρέου μάλιστα, ανακοίνωσε στον Πλάζα ότι κατά τις συνομιλίες του με τον Αμερικανό πρόεδρο Τζόνσον υποστήριξε το έργο του Μεσολαβητή και αρνήθηκε να υποχωρήσει στις πιέσεις του για απευθείας συνομιλίες με την Άγκυρα ή για την παρεμβολή τρίτων στο ζήτημα.
Η ελληνική κυβέρνηση πάντως, ως ένα βήμα καλής θέλησης και προσήλωσης στην ειρηνική διευθέτηση της κρίσης, δεν είχε αντίρρηση αν και ο Μεσολαβητής το έκρινε σκόπιμο να αποσυρθούν όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις από το νησί, τόσο οι ελληνικές όσο και οι τουρκικές, εφόσον η παρουσία τους εγκυμονούσε κινδύνους. Μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων θα υπήρχε διεθνής δύναμη για την προστασία της μειονότητας. Ακόμα, σε ότι αφορούσε την τελική λύση η ελληνική πλευρά δεχόταν την αποστρατιωτικοποίηση του νησιού για λόγους ασφαλείας της Τουρκίας, μία και το κύριο επιχείρημα που προέβαλε η Άγκυρα ήταν η ασφάλεια της.
Ο Πλάζα εκτιμούσε ότι η στάση της ελληνικής πλευράς βοηθούσε το έργο του καθώς αναδείκνυε ως κύριο παράγοντα για τη λύση του ζητήματος τον Κυπριακό λαό. Στην αρχή θεωρούνταν ότι μια απευθείας συνεννόηση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας θα έλυνε ευκολότερα το θέμα. Αλλά με το σχέδιο Άτσεσον, ο Μακάριος είχε διακηρύξει ότι δεν θα δεχόταν καμία λύση ακόμα και ευνοϊκή αν τους επιβαλλόταν από έξω. Αντίθετα, αν βρισκόταν λύση μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων το πρόβλημα θα έπαυε να υπάρχει. Συμφωνούσε επίσης, ότι υπήρχε σύγχυση γύρω από την έννοια της «κοινότητας». Υπήρχαν κάποιοι που πίστευαν ότι θα μπορούσαν να κατορθώσουν την ύπαρξη μίας γεωγραφικά διαχωρισμένης τουρκικής κοινότητας. Άλλοι νόμιζαν ότι οι «εμφύλιες συγκρούσεις» συνέβαλαν στο να αποσυρθούν οι Τούρκοι σε χωριστό έδαφος και αυτό διευκόλυνε την ίδρυση Ομοσπονδίας ή καντονιού. Βέβαια, ο Πλάζα – όπως βέβαια και άλλοι ξένοι πολιτικοί παράγοντες- γνώριζαν πολύ καλά ότι όλα αυτά ήταν αναληθή. Γνώριζαν ότι οι Τούρκοι λόγω διαφορετικής θρησκείας και πολιτισμού αποτελούσαν ξεχωριστή «κοινότητα» όπως π.χ οι Εβραίοι ή οι Ιταλοί στην Ν. Υόρκη, αλλά με κανένα τρόπο δεν αποτελούσαν ξεχωριστή γεωγραφική κοινότητα στην Κύπρο. Ο Μεσολαβητής του ΟΗΕ παραδεχόταν ότι η κατάσταση στην Κύπρο θα μπορούσε καλύτερα να παρομοιασθεί με εκείνη της Ν. Υόρκης παρά με της Γιουγκοσλαβίας.
Σχετικά δε με την πιθανότητα απόσυρσης των δυνάμεων της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ, ο Πλάζα είχε αντιληφθεί ότι και μόνο η αναφορά από αυτόν τέτοιου θέματος θα προκαλούσε μεγάλες δυσχερείς, καθώς η τουρκική πλευρά θα είχε να αντιτάξει το ερώτημα του τι θα γινόταν με τις ελληνικές δυνάμεις υπό τον Γρίβα σε περίπτωση που αποσύρονταν οι δικές της όσο και οι ελληνικές δυνάμεις. Θεωρούσε ακόμη, θετική την περίπτωση αποστρατιωτικοποίησης του νησιού αλλά πίστευε ότι δεν θα έπρεπε να μεταβληθεί το status quo πριν καταλήξουν σε οριστική λύση. Σε μακρά προοπτική η αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου θα ήταν καλή αλλά κατά τη συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο θα έπρεπε να αφήσουν τα πράγματα όπως ήταν, για να μη διαταραχθούν ισορροπίες που είχαν de facto αποκατασταθεί.
Η ελληνική πλευρά πρότεινε την αποχώρηση της ΕΛΔΥΚ και ΤΟΥΡΔΥΚ για την περίπτωση που θα διευκόλυνε να χρησιμοποιηθεί ως αρχή της ειρήνευσης στο νησί. Άλλωστε, οι ελληνικές δυνάμεις υπερτερούσαν των τουρκικών και άρα η πρόταση δεν ήταν συμφέρουσα για την ελληνική πλευρά. Για την Αθήνα το θέμα της αποστρατιωτικοποίησης αφορούσε την τελική λύση.
Άλλο ένα ζήτημα ήταν εκείνο των αγγλικών βάσεων. Ο Πλάζα πίστευε ότι η μεταβολή του καθεστώτος των βάσεων θα δημιουργούσε δυσχέρειες παρά θα διευκόλυνε την κατάσταση. Για το λόγο αυτό είχαν συζητήσει με τους Άγγλους ένα άλλο τρόπο, να παραμείνουν δηλαδή οι βάσεις στην κυριαρχία τους αλλά με περιορισμένο χρόνο, «λογικής διάρκειας», προκειμένου να αντιμετωπιστούν και τα οικονομικά προβλήματα της Κύπρου, η οποία έπρεπε να αναπτυχθεί. Υποστήριξε ότι η αγγλική πλευρά δεν είχε διατυπώσει αντιρρήσεις σε αυτή την πρόταση, καθώς το θέμα αυτό θα ακολουθούσε την εξεύρεση λύσης ως επιβοηθητικό.
Καθώς η Ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις δεν θα επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο. Από τα γεγονότα βέβαια, και το υλικό της περιόδου 64-66 συνάγεται ότι υπήρξαν θετικές ευκαιρίες για την ελληνοκυπριακή πλευρά, οι οποίες «σκόνταψαν» είτε σε κακό χειρισμό από την ελληνοκυπριακή πλευρά, που οφειλόταν εν μέρει στη διάσταση απόψεων και πολιτικής προσέγγισης του θέματος, είτε σε εξωγενείς παράγοντες, ως αποτέλεσμα των αμερικανικών πιέσεων. Η αλήθεια είναι ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος και η τουρκική πλευρά εκμεταλλεύτηκε τις αδυναμίες και την «ανασφάλεια» της ελληνοκυπριακής για να ανατρέψει προς όφελος της τα πράγματα και στη συνέχεια με τα δραματικά γεγονότα του 74 να δημιουργήσει de facto κατάσταση. Οι πρωταγωνιστές της εποχής σε Ελλάδα και Κύπρο είχαν εκτιμήσει ότι η διεθνής κοινότητα θα δικαίωνε τελικά τον αγώνα και τα αιτήματά τους. Όμως οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ ενδιαφέρονταν περισσότερο να «προσαρμόσουν» το δίκαιο στα συμφέροντα τους  Η παρουσία και η δύναμη του ΟΗΕ υπερεκτιμήθηκε καθώς η αδυναμία του Οργανισμού να επιβάλλει τις θέσεις του απέναντι στα σχέδια των ΗΠΑ έπρεπε να έχει έγκαιρα διαγνωστεί, ενώ Αθήνα και Λευκωσία θα μπορούσαν να παρουσιάζονται ως αρραγές μέτωπο προς τους τρίτους.

Από τον ΑΣΠΙΔΑ στην Αποστασία


H κυβέρνηση Ενώσεως Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου έχοντας λάβει τη συντριπτική πλειοψηφία του 53%, ορκίστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1964. Στον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος εκτέθηκε για πρώτη φορά στην πολιτική και ήρθε πρώτος σε ψήφους στην Αχαΐα,  ανατέθηκε το υπουργείο Προεδρίας και όχι κάποιο από τα οικονομικά υπουργεία, που ήταν ο χώρος του και απ' όπου θα μπορούσε να προχωρήσει σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στην οικονομία, όπως τις είχε σχεδιάσει ως επικεφαλής του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών.
Παρά την ευφορία που ανέδιδε η άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τα προβλήματα εμφανίστηκαν άμεσα στην κυβέρνηση, και οι  πρώτες συγκρούσεις του Ανδρέα Παπανδρέου με το «Κατεστημένο» δεν άργησαν να ξεσπάσουν. Αρχικά, όταν με απόφασή του κατάργησε την αναμετάδοση ξένων εκπομπών από το ελληνικό ραδιόφωνο, γιατί σχολίαζαν δυσμενώς την εμπλοκή της Ελλάδας στο Κυπριακό, o διευθυντής της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Ελλάδα, Tζόις, επισκέφθηκε τον υπουργό Προεδρίας και διαμαρτυρήθηκε έντονα. Δημιουργήθηκε οξύ επεισόδιο και η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την ανάκληση του Tζόις. Στη συνέχεια, ο Υπουργός Προεδρίας αποκάλυψε ότι η αμερικανική CIA χρηματοδοτούσε απ' ευθείας την ελληνική KYΠ και ζήτησε να διακοπεί αμέσως η χρηματοδότηση. Οι κινήσεις του αυτές προκάλεσαν έντονη δυσαρέσκεια και ο Τύπος της Δεξιάς άρχισε τις επιθέσεις εναντίον του.
Στις 5 Μαρτίου, πεθαίνει ο βασιλιάς Παύλος και τον διαδέχθηκε ο 24χρονος  Κωνσταντίνος. Στην κηδεία του Παύλου (12 Μαρτίου) παρέστη  και ο πρώην πρόεδρος των HΠA, Xάρι Tρούμαν, ο οποίος επισκέφθηκε (με την ευκαιρία και της συμπλήρωσης 17 χρόνων από την εξαγγελία του «δόγματός» του) και τον πρωθυπουργό. Η φωτογραφία της συνάντησης, παρουσία του Ανδρέα, θα δημοσιευτεί με δυσμενή σχόλια στον Τύπο της Αριστεράς, που τον υποψιάζεται ως «άνθρωπο των Αμερικανών». Στην ΕΔΑ υπήρχαν διισταμένες απόψεις για το ρόλο του Ανδρέα Παπανδρέου και ως προς την στάση που θα έπρεπε να τηρήσουν απέναντί του. Κάποιοι υποστήριζαν ότι είναι πράκτορας των Αμερικανών που ήλθε στην Ελλάδα για να συρρικνώσει και να πλήξει την Αριστερά. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός της μεγάλης προβολής που έδωσε η «Αυγή» ­στην φωτογραφία του Τρούμαν με τους Γεώργιο και Ανδρέα Παπανδρέου, και τον υπουργό Εξωτερικών Στ. Κωστόπουλο, σχολιάζοντας την αιχμηρά. Υπήρχε και η άλλη άποψη, ότι θα έπρεπε να συνεργαστούν με τον Ανδρέα, γιατί εξέφραζε μια προοδευτικότερη τάση μέσα στην Ένωση Κέντρου που ως πολυσυλλεκτικό κόμμα είχε και τη συντηρητική φιλοβασιλική και την κεντροδεξιά πτέρυγα.
Η πρώτη εσωκομματική ανταρσία εκδηλώθηκε στις 19 Μαρτίου, με 30 βουλευτές της Ε.Κ να καταψηφίζουν τον Γεώργιο Nόβα, που πρότεινε για την προεδρία της Βουλής ο πρωθυπουργός. Ο Nόβας εξελέγη στη δεύτερη ψηφοφορία από 166 βουλευτές της Ε.Κ και ο Γεώργιος κατήγγειλε ως οργανωτές της συνωμοσίας τους Ηλία Tσιριμώκο και Σάββα Παπαπολίτη, τους οποίους διέγραψε από το κόμμα.
Τον Ιούνιο, εμφανίζεται νέα κρίση, με τη διεκδίκηση της διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας. Ο πρωθυπουργός με μια κίνηση κατευνασμού, μετακίνησε τον Γεώργιο Mαύρο από το υπουργείο Συντονισμού στη διοίκηση της Εθνικής. Υπουργός Συντονισμού ανέλαβε (6 Ιουνίου) ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Στέφανος Στεφανόπουλος, με αναπληρωτή υπουργό, τον Ανδρέα Παπανδρέου. Υπουργός Οικονομικών ανέλαβε ο Kων. Mητσοτάκης, ισχυρός παράγοντας και ανερχόμενος αστέρας στο χώρο του Κέντρου, έχοντας την υποστήριξη του εκδότη της εφημερίδας “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”, Κόκκα. H σύγκρουση των δύο νέων πολιτικών, Ανδρέα Παπανδρέου - Κωνσταντίνου Mητσοτάκη δεν θα αργούσε να ξεσπάσει.
Στο μεταξύ, το Κυπριακό μπαίνει σε φάση δραματικών εξελίξεων. Η κυβέρνηση  Παπανδρέου έχει ήδη στείλει μυστικά στην Κύπρο στρατιωτική δύναμη μιας μεραρχίας, για να θωρακίσει το νησί ώστε να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο μιας τουρκικής απόβασης. Οι εξελίξεις προκαλούν την αμερικανική παρέμβαση με πιέσεις στον Γεώργιο Παπανδρέου να συναντηθεί με τον Τούρκο ομόλογό του, Iσμέτ Iνονού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός αρνήθηκε διμερή συνομιλία, αλλά συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών, Σταύρο Kωστόπουλο, και τον αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού, Ανδρέα Παπανδρέου, μετέβη (24 Ιουνίου 1964) στην Ουάσιγκτον να συναντήσει τον πρόεδρο Tζόνσον. Ο Γεώργιος δεν υπέκυψε στις πιέσεις να συναντηθεί με τον Iνονού, που βρισκόταν εκεί, αλλά αποδέχθηκε ως μεσολαβητή τον πρώην υπουργό Εξωτερικών των HΠA, Nτιν Aτσεσον. Σε λίγο, με την ελληνική πολιτική ζωή στην τροχιά της αποσταθεροποίησης, ο Ανδρέας Παπανδρέου θα βρεθεί στο κέντρο της θύελλας, καθώς θα κατηγορηθεί, ότι αυτός «παρέσυρε» σε αδιάλλακτη στάση τον πατέρα του στο χειρισμό του Κυπριακού. Άλλωστε, ήταν εκείνος που αποκάλυψε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα ``Λε Mοντ'' (5 Οκτωβρίου), τις αμερικανικές πιέσεις με τον Αμερικανό πρεσβευτής Λαμπουίς και τον βοηθό του Νόρμπερτ Άνσιουτς που επισκέπτονταν καθημερινά το Καστρί, προκειμένου να πείσουν τον Γεώργιο να δεχθεί το σχέδιο Άτσεσον. Μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι ορισμένες δυτικές δυνάμεις επιχείρησαν να τους φέρουν σε διάσταση με τον πρόεδρο Mακάριο και ζήτησαν να καταγγείλουν την πολιτική του. Ο Ανδρέας θεωρούσε τον Μακάριο, αυθεντικό εκπρόσωπο του λαού του και άρα ήταν επικίνδυνο να στρέφονται εναντίον του, ενώ μια συμφωνία που θα προέβλεπε την ένωση, με παράλληλη εγκατάσταση τουρκικής βάσης στην Κύπρο, κάτω από την αιγίδα του NATΟ, θα έπρεπε να αποκλειστεί, εφ' όσον αντιτίθονταν η κυπριακή κυβέρνηση. H συνέντευξη αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η καραμανλική εφημερίδα “ΗΜΕΡΑ”, υποστήριξε ότι αν τα στοιχεία σε βάρος του Ανδρέα κατατεθούν στο δικαστήριο θα τον οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς ελπίδα απονομής χάριτος, καθώς όλες οι κατηγορίες αφορούσαν πράξεις «εσχάτης προδοσίας».  Επίσης, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από τις αμερικανικές υπηρεσίες στην Ελλάδα. Ο Αμερικανός πρεσβευτής επισκέφτηκε τον πρωθυπουργό και του ζήτησε εξηγήσεις. Ο Ανδρέας αντιλαμβανόμενος τη δύσκολη θέση του πατέρα του, αποφάσισε να παραιτηθεί στις 19 Νοεμβρίου.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1965 ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος σε ομιλία του στην πλατεία Κλαυθμώνος δηλώνει οτι η ΕΡΕ θα στήριζε κυβέρνηση Κέντρου χωρίς τον Παπανδρέου. Για τη στάση της ΕΡΕ  ήταν ενήμερος και ο ιδρυτής του κόμματος, Κ. Καραμανλή, από το Παρίσι, όπου είχε αποσυρθεί. Στις 8 Φεβρουαρίου έγραψε προς τον Κων. Τσάτσο: «…Οπως βλέπω οι εξελίξεις στην Ελλάδα υπερακοντίζουν τις προβλέψεις σας. ..Ημπορεί να είναι η αρχή του τέλους, αλλά ημπορεί να είναι η αρχή της νέας φάσεως χειροτέρας -αν μπορεί να υπάρξει- της σημερινής. Αυτό θα εξαρτηθή από τη στάση και τις αντιδράσεις των άλλων παραγόντων της δημοσίας μας ζωής .... Χωρίς να συνιστώ εξαλλοσύνην, έχω την γνώμην ότι θα πρέπει….. Να διαλύσητε την εντύπωσιν ότι είναι δυνατόν, υπό οιονδήποτε πρόσχημα, να στηρίξητε κυβέρνησιν υπό Παπανδρέου, διότι αυτό του δίδει ευχέρειαν ελιγμών.… Φοβούμαι, όμως, ότι, αν κατά το στάδιον αυτό δεν γίνουν καλοί χειρισμοί, ημπορεί να οδηγηθή η χώρα εις καταστάσεις ανεπανορθώτους. Και όταν λέγω ανεπανορθώτους, εννοώ εθνικώς και όχι κομματικώς»
Έτσι όταν η ΕΡΕ οργάνωσε την συγκέντρωση ο Κανελλόπουλος, ο οποίος εξαπέλυσε σφοδρή προσωπική επίθεση κατά του πρωθυπουργού: «Η κυβέρνησις του κ. Γεωργίου Παπανδρέου οδηγή τον τόπον προς βεβαίαν καταστροφήν. Η απομάκρυνσίς της είναι επειγόντως επιβεβλημένη. Θα επιτύχει τάχα ο ρυθμιστής του πολιτεύματος να συγκροτήση εκ της παρούσης Βουλής άλλην κυβέρνησιν εγγυωμένην την ανακοπήν της πορείας του τόπου προς την καταστροφήν; Δηλώ ότι η ΕΡΕ θα ήτο διατηθειμένη να βοηθήση με την ψήφον της τοιαύτην Κυβέρνησιν, χωρίς να δεχθή συμμετοχήν και αξιώματα».  Άλλωστε είχε ειδοποιήσει για το σχέδιό του σε επιστολή του (15ης  Μαρτίου) στον Κωνστ. Καραμανλή ότι η τακτική του «είναι η κατά το δυνατόν διάκρισις του Παπανδρέου από την Ενωσιν του Κέντρου ως σύνολον και η συγκέντρωσις των πυρών κατ' αυτού…». Επίσης, ο  Κανελλόπουλος σημείωνε ότι το «εθνικώς επωφελέστερον» θα ήταν να αναβιώσει το Κόμμα των Φιλελευθέρων για να διεκδικήσει κάποια δύναμη καθώς «… θα ηδύνατο -αφού σχηματίση με την βοήθειαν των εν τη Βουλή ψήφων της ΕΡΕ, κυβέρνησιν τριών έως πέντε μηνών και αποκτήση κάποιο έστω και διά της εξουσίας κάποτε κύρος - να συνασπιστή εις τας εκλογάς με την ΕΡΕ και τον Μαρκεζίνην».

Στις 23 του μήνα ο πρωθυπουργός αποκάλυψε στην Βουλή το σχέδιο “ΠΕΡΙΚΛΗΣ”, που χρησιμοποιήθηκε για το εκλογικό πραξικόπημα του 1961, ώστε να εξασφαλιστεί η νίκη της ΕΡΕ. Ο Κανελλόπουλος αντέδρασε σε έντονο ύφος: «Έχω εντόνους εθνικάς ανησυχίας, διότι με την δημοσίευσιν του σχεδίου «Περικλής» ηνοίχθη βαθεία ρωγμή εις την ύπαρξιν των Ενόπλων Δυνάμεων, η οποία δεν είναι δυνατόν να κλείση παρά μόνον δι’ ηθικής καθάρσεως. Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρξατο χειρών αδίκων τας οποίας ύψωσεν κατ’ αυτής ταύτης της ακεραιότητος των Ενόπλων Δυνάμεων και θα πληρώση το βαρύτατον λάθος του». Μιά προειδοποίηση που θα εκπληρωθεί λίγο αργότερα όταν ξεσπάσει ο σάλος με τη σκευωρία ΑΣΠΙΔΑ, όπου θα βρεθούν κατηγορούμενοι οι Παπανδρέου.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν στόχος επιθέσεων από την αντιπολίτευση, ενώ συσπείρωνε γύρω του τα πιο προοδευτικά στοιχεία  του κόμματος της Ένωσης Κέντρου. Μετά από την παραίτησή του προσκλήθηκε να επισκεφθεί την Κύπρο από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Η γνωριμία τους υπήρξε καθοριστική και η συμπόρευση με τον Εθνάρχη έφερε τον Ανδρέα Παπανδρέου στο μάτι του κυκλώνα μετά το ξέσπασμα της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, όπου κατηγορήθηκε ως οργανωτής και ιδεολογικός καθοδηγητής της οργάνωσης.
Ο Ανδρέας όμως, είχε αποφασίσει να δώσει τη μάχη του και επιδόθηκε στην διαμόρφωση ενός προγράμματος δράσης για το κόμμα, με βάση το οποίο θα αντιμετωπίζονταν τα ουσιαστικά προβλήματα της πολιτικής ζωής της χώρας. Από ένα γραφείο στην οδό Σουηδίας και με την βοήθεια συνεργατών, άρχισε να δημιουργει δίκτυα πολιτικών επαφών με τη νεολαία, με τον αγροτικό κόσμο, με το εργατικό κίνημα, με την κομματική οργάνωση και με τους νέους, τεχνοκρατικά προσανατολισμένους διανοούμενους της Ελλάδας, που ανυπόμονα περίμεναν την ευκαιρία να παίξουν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή της χώρας. Τον Απρίλιο του 1965 ο Ανδρέας ξεκίνησε μία μεγάλη περιοδεία στη Θεσσαλία επικεφαλής ομάδας βουλευτών της Ε.Κ, για να αποκτήσει μία απευθείας επαφή με το λαό. Η απήχηση που είχε στις μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις ήταν καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του αφού τρόμαξε τους αντιπάλους του, που διέβλεψαν την ανάδειξη μίας νέας ηγετικής φυσιογνωμίας. Παράλληλα, είχε έρθει σε επαφή με έναν πολιτικό όμιλο που εξέφραζε τις ιδέες της Κεντροαριστεράς και φιλοδοξούσε να αποτελέσει τον πυρήνα για τη δημιουργία ενός σοσιαλιστικού δημοκρατικού κόμματος, τον όμιλο «Αλέξανδρος Παπαναστασίου», όπου ανάμεσα στους ιδρυτές του ήταν οι Κώστας Σημίτης, Σάκης Καράγιωργας κ.α. Οι συζητήσεις τους αφορούσαν τον τρόπο που θα αποκτούσε ο χώρος της Κεντροαριστεράς κάποια προγραμματικά κείμενα με ανάλυση ορισμένων ειδικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ζωής, ενόψει των εκλογών του 1967. Άλλωστε, για πρώτη φορά στην χώρα είχαν δημιουργηθεί οι πολιτικές και οι κοινωνικοοικονομικές προϋποθέσεις για την ίδρυση σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, όπου για τις μεν πρώτες, η Αριστερά δεν κατάφερνε να πείσει ότι ήταν κάτι ευρύτερο από τη νόμιμη έκφραση τού εκτός νόμου ΚΚΕ, ενώ στις δεύτερες, είχε συντελέσει η οικονομική και βιομηχανική πρόοδος στην χώρα από το τέλος του Εμφυλίου και ιδιαίτερα στην περίοδο της οκταετίας Καραμανλή.
Στις 29 Απριλίου 1965 πάντως, ο Ανδρέας επανήλθε στην κυβέρνηση ως αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού, παρότι οι Παπανδρέου πλήττονται από ομαδικά πυρά, κατηγορούμενοι για οικογενειοκρατία, νεποτισμό και κληρονομική αρχηγία του κόμματος. Οι διαμάχες στους κόλπους της Ε.Κ. , εντάθηκαν με την εφημερίδα «Ελευθερία» του Κόκκα, που υποστήριζε για διάδοχο του Γεωργίου τον Κ. Μητσοτάκη, να εξαπολύει επιθέσεις εναντίον του Ανδρέα. Τον κατηγορούσε ανάμεσα σε άλλα ότι «επεδίωξε να ιδρύσει μικρομάγαζον εις τον Στρατόν και φυσικά τα έκαμε θάλασσαν». Η εσωκομματική διαμάχη στην Ε.Κ. ευνοούσε βέβαια τον «υπέρτατον αγώνα» του Π. Κανελλόπουλου και της ΕΡΕ και φυσικά και τα σχέδια του Παλατιού που ήθελε έναν υποχείριο Πρωθυπουργό. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που υπαινίσσεται η «Ελευθερία» στο άρθρο της στις 28 Μαΐου, έχει αρχίσει να γίνεται γνωστή τουλάχιστον στην ηγεσία του Στρατού από τις αρχές Μαρτίου και συνδεόταν με την επίσκεψη του Ανδρέα στην Κύπρο.  Μάλιστα, το πρώτο δημοσίευμα για τον ΑΣΠΙΔΑ εμφανίστηκε στον «Ημερήσιο Κήρυκα» της Λάρισας, δημοσιογραφικό όργανο προσκείμενο στον K. Ροδόπουλο, σκληροπυρηνικό στέλεχος της EPE. Είχε προηγηθεί έκθεση από την Κύπρο του στρατηγού Γρίβα, πρωταγωνιστή της σκευωρίας, προς τον βασιλιά και τον Γαρουφαλιά. ο υπουργείο Αμυνας σπεύδει να αναθέσει στον αντιστράτηγο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης I. Σίμο να διεξάγει ανακρίσεις.
Πάντως, όταν στις αρχές Μαΐου, ο Ανδρέας Παπανδρέου επισκέφθηκε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο προκειμένου να τον ενημερώσει για θέματα του υπουργείου του, εκείνος έδειξε ότι ανησυχούσε για τη διείσδυση των κομμουνιστών στα εργατικά σωματεία, ότι ήταν δυσαρεστημένος με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης αλλά περισσότερο είχε ενοχληθεί από την αποκάλυψη της επέμβασης του στρατού στις εκλογές του 1961.
Στα μέσα Μαΐου ο Ανδρέας ειδοποιήθηκε από τον πατέρα του ότι πρέπει να τον δει στο πρωθυπουργικό γραφείο. Εκεί παρουσία του Υπουργού Αμύνης, Γαρουφαλιά ο Γεώργιος του έδωσε να διαβάσει μια αναφορά του Στρατηγού Γρίβα προς τον Γαρουφαλιά, με κοινοποίηση στον Βασιλιά. Το έγγραφο αναφερόταν σε μια έρευνα που είχε διεξάγει ο Γρίβας στο Ελληνικό Στρατιωτικό Σώμα της Κύπρου, όπου είχε ανακαλύψει τη λειτουργία παραστρατιωτικής οργάνωσης νέων αξιωματικών υπό τον λοχαγό Μπουλούκο, την οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ανησυχεί ιδιαίτερα για τον αντίκτυπο της υπόθεσης, καθώς ο Γρίβας στην εισαγωγική του παράγραφο αναφέρεται στον Ανδρέα, υποστηρίζοντας ότι η επίσκεψη του στην Κύπρο υπονόμευσε το ηθικό του εκεί Ελληνικού στρατού και ως επιπλέον στοιχείο υπογράμμιζε τον θαυμασμό με τον οποίο εκφραζόταν για τον Ανδρέα, ο Μπουλούκος. Το θέμα πήρε διαστάσεις και στις 31 Μαϊου τηλεγράφημα του Ασσοσιέιτεντ Πρες ανέφερε: «Καθώς επληροφορήθημεν από ανακτορικές πηγές ο Βασιλεύς εζήτησεν από την Κυβέρνησιν να διεξαγάγη ανακρίσεις επί καταγγελιών ότι κλίκα ουδετεροφίλων και αριστερών αξιωματικών του ελληνικού στρατού ζητεί να αποκόψη τους δεσμούς της Ελλάδος με το ΝΑΤΟ. Ο Βασιλεύς ανησυχεί σοβαρώς δια τα αποτελέσματα τα οποία θα ηδύνατο να έχη η ύπαρξις μιάς τοιαύτης ομάδος εις τον στρατόν». Ενώ, και η εφημερίδα «Βραδυνή» κατονομάζει τον Ανδρέα ως πολιτικό καθοδηγητή του ΑΣΠΙΔΑ.
Είναι γεγονός ότι οι προοδευτικές θέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, ο ρόλος και η στάση του στο Κυπριακό, είχαν εντυπωσιάσει ορισμένους αξιωματικούς, οι οποίοι είχαν αρνηθεί να προσχωρήσουν στον ΙΔΕΑ και έλπιζαν ότι με τη δημοκρατική κυβέρνηση της Ε.Κ θα απαλλασσόταν το στράτευμα από τον αποπνικτικό έλεγχο της ακροδεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης.
Στις 7 Ιουλίου ο Ανδρέας Παπανδρέου καταθέτει στον ανακριτή για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ δηλώνοντας ότι η εσκεμμένη ανάμιξη του ονόματός  του στην υπόθεση, αποτελούσε μια όψη της σκευωρίας που είχε σκοπό τη συσκότιση του μεγάλου πολιτικού θέματος της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών της χώρας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου υποστήριξε ότι η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ είχε αντίθετα αποτελέσματα απ’ ότι περίμεναν οι εμπνευστές της αφού αντί να δυσφημίσει τους Παπανδρέου, έγινε το σύμβολο της επιβουλής του Κατεστημένου, και συνετέλεσε να κερδίσουν τη χωρίς προηγούμενο λαϊκή υποστήριξη.
 Η ΕΡΕ ζητά παραίτηση της κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός, που βαλλόταν και προσωπικά, είχε ενισχύσει τη θέση του με προσφυγή στην ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής (25 Ιουνίου). Αλλά η συνωμοσία κινούνταν ήδη με Δούρειο Ίππο, μερίδα βουλευτών της Ε.Κ, ανάμεσά τους, ο  Μητσοτάκης και άλλοι υπουργοί, που διαφωνούσαν με τον ρόλο του Ανδρέα στο κόμμα ή φιλοδοξούσαν να διαδεχθούν αυτοί τον αρχηγό του Κέντρου. Ίσως αυτοί να απέφευγαν τον χαρακτηρισμό ως «αποστάτες», αν υπέβαλλαν τις παραιτήσεις τους εξηγώντας στο λαό τις βασικές διαφωνίες τους με την πολιτική στο Κυπριακό και σε άλλα βασικά θέματα, καθώς και για τους αποκαλούμενους «εξτρεμισμούς» του Ανδρέα Παπανδρέου.
Πάντως, ο ιδιοκτήτης της «Ελευθερίας», αρχίζει την βεντέτα με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Κόκκας με ενυπόγραφα άρθρα υιοθετεί το σενάριο της Δεξιάς και ζητεί από τον πρωθυπουργό να μην αναμένει το πόρισμα των ανακρίσεων και να «παραμερίσει αμέσως τον υιόν του», τον οποίο χαρακτηρίζει «κακό δαίμονα της Ενωσης Κέντρου», υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν αντικαταστάτες-διάδοχοι του Γ. Παπανδρέου στην παράταξη. Από την άλλη πλευρά, «Το Βήμα» γράφει (27 Μαΐου): «H υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ στερουμένη σοβαρότητος εχρησιμοποιήθη ως πρόφασις από την χούνταν των αμετανοήτων νοσταλγών του παρελθόντος διά την εκκαθάρισιν των νομιμοφρόνων αξιωματικών» και ζητεί την άμεση απομάκρυνση του αρχηγού ΓΕΣ Γεννηματά, ο οποίος είχε ανάμειξη και στο εκλογικό πραξικόπημα του 1961. Ο στρατηγός Σίμος μεταβαίνει στην Κύπρο όπου εξετάζει 93 μάρτυρες και αποφαίνεται: «Απεδείχθη πράγματι ότι εγένετο κίνησις ιδρύσεως οργανώσεως υπό την επωνυμίαν ΑΣΠΙΔΑ υπό ομάδος αξιωματικών με τον ιδιοτελή σκοπόν την εξυπηρέτησιν ατομικών συμφερόντων αυτών και των μελών της οργανώσεως διά της προωθήσεως μεμυημένων αξιωματικών εις επικαίρους και σημαινούσας θέσεις ή καί τινα άλλον απώτερον, όστις ούτε απεδείχθη εκ της εξετάσεως ούτε διεφάνη... Δεν απεδείχθη ότι η κίνησις αύτη είχε πολιτικάς επιδιώξεις ή σύνδεσμον τινά με πολιτικά πρόσωπα». Πολύ σημαντική είναι η τοποθέτηση ενός πρωταγωνιστή της περιόδου, του Κων. Μητσοτάκη. «…… Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι ο ΑΣΠΙΔΑ υπήρξε. Εκείνη την εποχή επίσης όλοι πίστευαν ότι είναι σκευωρία ο ΑΣΠΙΔΑ. Ο ΑΣΠΙΔΑ όμως δεν είχε τις διαστάσεις που του έδωσαν. Ο Κωνσταντίνος, η βασίλισσα Φρειδερίκη και οι περί αυτών ακραίοι αυλικοί, πιθανότατα και ειλικρινώς, ανησύχησαν περισσότερο απ' όσο έπρεπε. Η πραγματικότητα ήταν ότι ο ΑΣΠΙΔΑ υπήρξε και ότι μεγαλοποίησαν τις διαστάσεις του. Και αυτό εδημιούργησε πλέον έναν πανικό εις τα Ανάκτορα. Ο Παπανδρέου, από την άλλη μεριά, ήξερε την ανάμειξη του Ανδρέα σ' αυτή την ιστορία. Ο Ανδρέας ήταν αναμεμειγμένος και την στήριξε αυτή την ιστορία….Η πραγματικότητα είναι ότι αυτοί οι νεαροί αξιωματικοί, οι ανόητοι, πρώτα ήρθαν σε εμένα. Εγώ ήμουν εκείνος ο οποίος είχε το κύρος εκείνη την εποχή. Εγώ τους έδιωξα. Και τους είπα, είστε αξιωματικοί και δεν προχώρησα καθόλου, ούτε το πήρα σοβαρά. Όταν πήγαν στον Ανδρέα, βρήκαν ευήκοον ους….».
Ενώ για την αντιπαλότητα με τον Ανδρέα Παπανδρέου υποστήριξε ότι  «… δεν είχα δει τον Ανδρέα ως αντίπαλο. Δεν ήταν αντίπαλός μου ακόμη ο Ανδρέας…Ο Γεώργιος Παπανδρέου εμένα έβλεπε ως τον διάδοχο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν μπορούσε ποτέ να ελπίζει. Εγώ δε, ποτέ δεν υπελόγισα τον Ανδρέα ως αντίπαλο. Ούτε τον αντιμετώπισα ως αντίπαλο… ήμουν μία από τις αιτίες που μπήκε στην πολιτική…».
Ο Γαρουφαλιάς συναντά τον βασιλιά στην Κέρκυρα, (5 Ιουνίου), και επιστρέφει με τη «βασιλική εντολή» προς τον Παπανδρέου να παραπέμψει την υπόθεση στο Στρατοδικείο. Ο πρωθυπουργός υπακούει και για λόγους ισορροπίας παραπέμπει και την υπόθεση «Περικλή». Ο Γεώργιος είχε έντονες ευαισθησίες, οι οποίες συντέλεσαν σε κάποιες λανθασμένες και συμβιβαστικές επιλογές και αποφάσεις. Η πρώτη συνδέεται με τον «πιστό φίλο Πέτρο», καθώς είχε πεισθεί ότι ο Γαρουφαλιάς «έσκαβε τον λάκκο του», αλλά δεν ήθελε να τον θίξει με τον διορισμό κάποιου άλλου. Δεν συνδεόταν με την πρόθεση να προστατεύσει τον Ανδρέα, όπως προκύπτει από τη δεύτερη απόφαση, αφού μπορούσε να αποδεχθεί το πόρισμα Σίμου, το οποίο δεν είχε πολιτικές προεκτάσεις, αλλά λόγω της ανάμειξης του ονόματος του Ανδρέα, έπεσε στην παγίδα των Ανακτόρων και της χούντας.
Εκτοτε  οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Ο Παπαδόπουλος οργάνωσε το γνωστό σαμποτάζ στον Εβρο, το οποίο οι δεξιές εφημερίδες απέδωσαν στους κομμουνιστές, ενώ ο Παπαδόπουλος επί κυβερνήσεων αποστατών τοποθετήθηκε στο Γραφείο Ψυχολογικού Πολέμου στο ΓΕΣ, θέση κλειδί για τα σχέδιά του.
Ο Γ. Παπανδρέου που έθεσε στις 21 Ιουνίου ζήτημα εμπιστοσύνης στη Βουλή, επιδιώκοντας την ενίσχυση της ενότητας για την υλοποίηση της απόφασης για την αντικατάσταση του Γαρουφαλιά και του Γεννηματά, διακήρυττε ότι «ο Στρατός θα εξυγιανθεί και θα ανήκει μόνο εις το Εθνος». Την προηγούμενη όμως ημέρα είχε λάβει επιστολή του Χοϊδά, με την οποία του μετεφέρετο η διαφωνία του «Ρυθμιστή του Πολιτεύματος» στις προετοιμαζόμενες αλλαγές στη στρατιωτική ηγεσία. Ο πρωθυπουργός έστειλε τον διευθυντή του Πολιτικού του Γραφείου, Μανουσάκη, στον Γαρουφαλιά να του προτείνει την επιλογή κάποιου άλλου υπουργείου, αλλά εκείνος απάντησε ότι μόνο αν του ζητήσει ο βασιλιάς θα φύγει από το υπουργείο. Ακόμα και όταν διαγράφηκε από την EK, παρέμενε στο υπουργείο.
Από την Κέρκυρα, ο Κωνσταντίνος δεν βιαζόταν να συναντήσει τον πρωθυπουργό, αλλά τελικά ορίστηκε ακρόαση στις 7 Ιουλίου. Η συνάντηση, σύμφωνα με τα όσα προαναγγέλλανε  καθημερινά οι εφημερίδες της Δεξιάς, θα κατέληγε σε ρήξη. Στο μεταξύ, ο ανακριτής Λαγάνης κάλεσε για εξέταση τον Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και ο Κόκκας με άρθρο στην «Ελευθερία» και ζητούσε ανασχηματισμό με την απομάκρυνση της «τροχοπέδης» Γαρουφαλιά και της «αχίλλειας πτέρνας» Ανδρέα. Όμως, και ο Π. Κανελλόπουλος δεν ζητεί παραίτηση της κυβέρνησης, αλλά «να φύγουν ο ή οι Παπανδρέου».
Βέβαια, οι Αμερικανοί θα προτιμούσαν την παραμονή του Παπανδρέου υπό τον όρο ότι θα συμβιβαζόταν με το Παλάτι. Ο αμερικανός πρεσβευτής Λάμπουις επισκέφθηκε τον Γεώργιο και του μετέφερε τη γνώμη των ΗΠΑ ότι ο βασιλιάς έχει δίκιο και ότι ο πρωθυπουργός όφειλε να υποχωρήσει για να αποφευχθεί η σύγκρουση με το Παλάτι. Στις 8 Ιουλίου, στο Καστρί εν αναμονή της συνάντησης με τον βασιλιά στην Κέρκυρα, παραδίδεται η επιστολή του Κωνσταντίνου, όπου, κατηγορούσε τον πρωθυπουργό ότι σχεδίαζε την «ανατροπή του Συντάγματος της χώρας και την επιβολήν δικτατορίας ελεεινής μορφής, αποκρουστικής εις πάντα ελεύθερον άνθρωπον».
Στην απαντητική επιστολή ο πρωθυπουργός επισήμανε προς τον βασιλέα Κωνσταντίνο, στις 9.7.1965: «… Ανεκοίνωσα εις την Υ.Μ την απόφασιν μου όπως αναλάβω προσωπικώς το υπουργείον Εθνικής Αμύνης. Συμφώνως προς το πολίτευμα το δικαίωμα τούτο ανήκει εις τον πρωθυπουργόν του οποίου την απόφασιν οφείλει να αποδεχθή ο Βασιλεύς. Εν τούτοις ηρνήθητε την αποδοχήν της αποφάσεως μου. Καθώς εκ των ανωτέρω συνάγεται υφίσταται πράγματι θέμα λειτουργίας του δημοκρατικού μας πολιτεύματος .. Δεν αποτελεί το Υπουργείον Εθνικής Αμύνης στεγανόν διαμέρισμα εξαιρούμενον της εξουσίας της κυβερνήσεως .. Σύμφωνα προς το πολίτευμα της Βασιλευομένης Δημοκρατίας ο Βασιλεύς βασιλεύει και ο Λαός κυβερνά δια της νομίμου κυβερνήσεως .. Δια τούτο απευθύνω προς την Υ. Μ έκκλησιν όπως προς το συμφέρον και του Εθνους και του Θρόνου μη επιμείνετε εις αυτάς τας αντιλήψεις …»
Όταν ο Χοϊδάς παραλαμβάνει την επιστολή του πρωθυπουργού, ανακοινώνεται ότι η συνάντηση με τον Κωνσταντίνο ορίστηκε για την Κυριακή 11 Ιουλίου στην Κέρκυρα. Την Παρασκευή ο Κωνσταντίνος τηλεφωνεί στον πρωθυπουργό για να του αναγγείλει τη γέννηση της Αλεξίας και τα μεσάνυχτα ενώ παραδίδεται στον πρωθυπουργό νέα επιστολή του Κωνσταντίνου, ένα «προσωπικό λίβελο»... H συνάντηση όμως κύλησε ήρεμα και ο Γ. Παπανδρέου δήλωνε στους δημοσιογράφους ότι «διεπιστώθη πλήρης αρμονία απόψεων επί του τρόπου της λειτουργίας του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας»!
Στις 13 Ιουλίου, η κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΚ διέγραψε τον υπουργό Άμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά. Την ίδια μέρα ο Ανδρέας συναντήθηκε με τον επιτετραμένο της Αμερικανικής πρεσβείας, Ανσιουτς, ο οποίος υποστήριξε την στάση του βασιλιά απέναντί στο πρωθυπουργό. «Πότε έγινε σεβαστό το Σύνταγμα σας; Γιατί πρέπει να γίνει σεβαστό τώρα; Με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ανοιχτή πώς θα διανοηθεί ο Βασιλιάς να παραδώσει το Υπουργείο Αμύνης στον πατέρα σου;  Εξ άλλου η ανάμιξή σου στην υπόθεση αυτή είναι σαφής....ξέρεις πολύ καλά πως η κυβέρνηση μου έχει επενδύσει τεράστια ποσά στο στρατιωτικό κατεστημένο της Ελλάδας. Αν κάθε νέα ελληνική κυβέρνηση άλλαζε την ηγεσία του στρατεύματος, τι εγγύηση θα είχαμε πως οι Ένοπλες Δυνάμεις θα παίξουν το ρόλο που τους έχει αναθέσει το ΝΑΤΟ;..»
Στις 14 Ιουλίου  ο πρωθυπουργός έλαβε την τρίτη βασιλική επιστολή και την αμέσως επόμενη, συναντήθηκε με τον Βασιλιά και υπέβαλε την παραίτηση του. Στην επιστολή της 15ης Ιουλίου προς τον Κωνσταντίνο, υποστήριζε: «..Καθιερούται τοιουτοτρόπως η αρχή οτι δύναμαι να είμαι πρωθυπουργός αλλά όχι και Υπουργός ωρισμένου υπουργείου. Θα είμαι επομένως πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν. Αλλά αν δεν εμπνέω εμπιστοσύνην θα πρέπει να παύσω να είμαι πρωθυπουργός... Δεν αποτελεί τούτο ούτε πολιτικήν ούτε ηθικήν μείωσιν. Αλλά δεν δέχομαι να είμαι εξευτελισμένος Πρωθυπουργός. Και δεν στέργω εις την παραβίασιν των αρχών της Βασιλευομένης Δημοκρατίας... Η χώρα έχει ανάγκην ομαλότητος. Αλλά η ομαλότης δεν δύναται να στηριχθή ούτε επί της ηθικής μειώσεως του Πρωθυπουργού ούτε επί παραβάσεως των αρχών της Βασιλευομένης Δημοκρατίας…»
Ο Κωνσταντίνος όρκισε αμέσως την κυβέρνηση Αθανασιάδη- Νόβα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απηύθυνε διάγγελμα στον ελληνικό λαό που μεταδόθηκε από το Ραδιόφωνο και οι προοδευτικές δυνάμεις συντάχθηκαν μαζί του.: « …Συνετελέσθη σήμερον παραβίασις του Πολιτεύματος. Η κυβέρνησις του Λαού εξηναγκάσθη εις παραίτησιν. Και εκλήθη να κυβερνήση μία ομάς προδοτών της Ενώσεως Κέντρου .. Εις τα ανάκτορα ενήδρευεν ο ακατανόμαστος Πρόεδρος διά να ορκιστή αμέσως μετά την αναχώρησιν μου .. Καταγγέλω προς τον Δημοκρατικόν κόσμον της Χώρας την ομάδα των προδοτών και καλώ εις πάνδημον ειρηνικήν εκδήλωσιν εναντίον της προδοσίας .. Αρχίζει από σήμερον νέος ανένδοτος αγών υπέρ της Δημοκρατίας.»
Βέβαια, ο Γεώργιος είχε ενημερωθεί για την ανταρσία -από τον Ιανουάριο- καθώς και ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, υφυπουργός Αμυνας, είχε πολλές φορές προειδοποιήσει για τον υπονομευτικό ρόλο του Γαρουφαλιά, αλλά και η ΚΥΠ είχε δώσει πληροφορίες για τον ρόλο του, την επιδίωξη να παγιώσει τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων για λογαριασμό του βασιλιά και να ανατρέψει τον Παπανδρέου για να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο Γεώργιος δεν πίστεψε στις καταγγελίες που λάμβανε ότι η ανταρσία σχεδιαζόταν στα γραφεία του Κόκκα από το έτος 1964. Βιομήχανοι και επιχειρηματίες, Έλληνες και ξένοι, πράκτορες της CΙΑ και στελέχη της αμερικανικής πρεσβείας συμμετείχαν στην επιχείρηση εξαγοράς βουλευτών. Στην επιχείρηση αυτή συμμετέχει και ο Ελληνοαμερικανός μεγαλοεπιχειρηματίας Τομ Πάπας, γνωστός για τις διασυνδέσεις του με τη CΙΑ
Ο Νόβας δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ψήφο εμπιστοσύνης και παραιτήθηκε για να σχηματιστεί κυβέρνηση υπό τον Τσιριμώκο, η οποία είχε την ίδια τύχη. Στις 17 Ιουλίου οργανώθηκε τεράστια συγκέντρωση στο γήπεδο Παναθηναϊκού υπέρ της δημοκρατικής νομιμότητας, ενώ στις 19, πλήθος λαού συνοδεύει τον Γεώργιο από το Καστρί ως το γραφείο του στην Αθήνα σε μια ειρηνική διαδήλωση χωρίς προηγούμενο. 
Στις 1 και 2 Σεπτεμβρίου συνεδρίασε το Συμβούλιο του Στέμματος με την συμμετοχή του Γεωργίου Παπανδρέου. Η πρόταση του για προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία απορρίφθηκε. Στις 17 του μήνα σχηματίστηκε-κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο. Το πολιτικό θερμόμετρο είχε ανεβεί στα ύψη και ο Γεώργιος δηλώνει: «…Η προδοσία του κ. Στεφανόπουλου είναι βαρυτέρα από την προδοσίαν Νόβα... Κίρκη δυστυχώς αποδεικνύεται η Αυλή η οποία με το δέλεαρ της εξουσίας εξευτελίζει τους ανθρώπους…»
Σαράντα χρόνια από το βασιλικό συνταγματικό πραξικόπημα ανατροπής της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου υπάρχουν ακόμη σκοτεινά σημεία για όσα διαδραματίστηκαν στο παρασκήνιο. Την κύρια ευθύνη των ενεργειών, που άνοιξαν τον δρόμο στην ανωμαλία και οδήγησαν τελικά στη δικτατορία, την είχαν τα ανάκτορα μαζί με τις δυνάμεις που επηρέαζαν και καθοδηγούσαν τον βασιλιά.
Είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι χωρίς την υποστήριξη της ΕΡΕ, αλλά και την ενθάρρυνση από κορυφαίους παράγοντες της δεξιάς, ο Κωνσταντίνος δεν θα τολμούσε τη σύγκρουση με τον πρωθυπουργό του 53%. Προετοιμάστηκε η σύγκρουση στο παρασκήνιο και εκδηλώθηκαν οι πρώτες κινήσεις αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου από τις αρχές του 1965 με συντονισμένες επιθέσεις από τη δεξιά, αλλά και από το παρακράτος.
Τα σχέδια ανατροπής είχαν και την αμερικανική υποστήριξη, όπως αποδεικνύεται από στοιχεία αμερικανικών υπηρεσιών. Σαφείς ενδείξεις για τις αμερικανικές διαθέσεις δίνει μία επιστολή που έστειλε ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος στις 17 Ιανουαρίου 1965 στον Κων. Καραμανλή, με την οποία κατηγορούσε την κυβέρνηση Παπανδρέου: «..αγωνιώ παρακολουθών την ασωτείαν και την ανέκτιμον σπατάλην εκείνων, τα οποία εσείς με αιματηράς οικονομίας αποταμιεύσατε εν τη προσπαθεία σας να αποκτήση η πτωχή μας χώρα μιαν ισχυράν οικονομικήν σπονδυλικήν στήλην, καθώς και με τον αδέξιον και επιζήμιον χειρισμόν των εξωτερικών σχέσεων και υποθέσεων του έθνους, που απειλεί να μας απομονώση από τους πολιτικούς φίλους…Ξεκουρασθήτε ολίγον τώρα, διότι θα χρειαστεί και πάλιν να κουρασθήτε και ίσως να μαρτυρήσητε διά την Ελλάδα, εάν την θέλετε ελευθέραν και ευτυχεστέραν….Ο Θεός θα σας καλέση να αναχαιτήσετε τον χαλασμό του γοήτρου της, που οι δημαγωγοί της επιχειρούν. Να είστε βέβαιος γι' αυτό». 
Το σχέδιο της αποστασίας εφαρμόστηκε, αλλά το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο από αυτό που προσδοκούσαν οι εμπνευστές του. Ο Κων. Καραμανλής θα χαρακτηρίσει το χειρισμό «αξιοθρήνητο» : «Ο όλος χειρισμός εγένετο κατά τρόπο τόσο αδέξιο ώστε να δημιουργηθή η εντύπωσις ότι ο Παπανδρέου είναι θύμα σκευωρίας. Και αφ' ης εδημιουργήθη η εντύπωσις αυτή, μετεστράφη η ψυχολογία και της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης. Ελησμονήθησαν τα σφάλματα και οι αθλιότητές του. Και εκαλύφθησαν από τα σφάλματα των αποστατών, με αποτέλεσμα να ανακτήση ο Παπανδρέου το λαϊκό του έρεισμα και να καταστήση με την εξαλλοσύνη του μοιραία την παρέμβασιν του στρατού και την κατάλυσιν της δημοκρατίας .... Μετά την παραίτησιν του Παπανδρέου εγένοντο επανειλημμένας απόπειρας διά τον σχηματισμόν κυβερνήσεως εκ των αποστατών, διά την επιτυχίαν των οποίων κατεβάλλοντο συνεχείς προσπάθειας αποσπάσεως και άλλων βουλευτών εκ της Ε.Κ. και μάλιστα με μέσα πολιτικώς και ηθικώς απαράδεκτα».
Έχει υποστηριχθεί ότι, αν ο Γεώργιος δεν επέμενε στην αντικατάσταση του Γαρουφαλιά από τον ίδιο θα παρέμενε πρωθυπουργός και πιθανόν να απετρέπετο η δικτατορία. Είναι πράγματι πιθανόν, υπό την προϋπόθεση ότι η πολιτική ηγεσία θα αποδεχόταν τα στεγανά στις Ενοπλες Δυνάμεις και την επικυριαρχία στην πολιτική ζωή των Ανακτόρων και των Αμερικανών.  Αλλωστε, οι αποστάτες που συμμάχησαν  με τη Δεξιά δεν απέτρεψαν τη δικτατορία. 
Ο Ανδρέας Παπανδρέου αναδείχθηκε σε «μαύρο πρόβατο» για το σύνολο περίπου του πολιτικού κόσμου και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε τη διαφοροποίησή του από το κομματικό περιβάλλον του. Αντιλήφθηκε ότι παρ’ όλη την ευρεία απήχησή της, η Ένωση Κέντρου δεν ήταν παρά το συγκυριακό προϊόν της ανακατάταξης ενός παραδοσιακού πολιτικού δυναμικού, που αποδεχόταν το περιρρέον πλαίσιο. Και το πλαίσιο αυτό έπρεπε κάποτε να διαρραγεί.

Πάντως, στην ομιλία του Γεωργίου (16/2/66) στην πλατεία Κλαθμώνος σε μεγάλη συγκέντρωση οπαδών για την επέτειο της εκλογικής νίκης της ΕΚ, έγινε αναφορά στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ: «… Το σύνολον των Ελλήνων αξιωματικών ανέρχεται περίπου εις 10.000. Και κρατούνται ως ύποπτοι κινήματος εναντίον του καθεστώτος, 16. Απ’ αυτούς τους 16 κινδύνευσε το καθεστώς τη νύκτα της 15ης Ιουλίου! Και το έσωσαν οι αρειμάνιοι πολέμαρχοι, ο κ. Νόβας ως πρωθυπουργός και ο κ. Κωστόπουλος ως υπουργός Εθνικής Αμύνης; Και δεν εντρέπωνται να το ισχυρίζονται;..»
Στις 29/9 ο πρόεδρος του Διαρκούς Στρατοδικείου υποβάλει στον υπουργό Εθνικής Άμυνας το πόρισμα του για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Με το βούλευμα παραπέμπονται σε δίκη με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία “αποβλέπουσα εις την ανατροπήν  του πολιτεύματος και εγκαθίδρυσιν δικτατορίας νασερικού τύπου”,  28 αξιωματικοί. Γίνεται λόγος για ενδείξεις ενοχής και των Γεωργίου και Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά χωρίς να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον τους. Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγορήθηκε οτι κατείχε ηγετικό ρόλο στη συνομωσία και ότι ο πατέρας του το γνώριζε και συγκάλυπτε το γεγονός.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου μαθαίνει τα νέα στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, καθώς περιμένει να ταξιδεύσει για τη Στοκχόλμη, όπου είχε προσκληθεί να δώσει μια σειρά διαλέξεων. Ο πατέρας του τον είχε προειδοποιήσει ότι υπήρχε περίπτωση να τον συλλάβουν πριν μπει στο αεροπλάνο. Φθάνοντας στη Στοκχόλμη, το πανεπιστημιακό ταξίδι μετατράπηκε σε πολιτικό. στη συνέχεια, ο Ανδρέας Παπανδρέου πήγε στο Όσλο και την Κοπεγχάγη, όπου επίσης, έδωσε συνεντεύξεις και μίλησε σε μαζικές συγκεντρώσεις της σοσιαλιστικής δημοκρατικής νεολαίας, ενώ συνομίλησε και με εκπροσώπους των αντίστοιχων σοσιαλιστικών δημοκρατικών κομμάτων. Στη Δανία μάλιστα, συναντήθηκε και με τον υπουργό εξωτερικών, Χέκκεραπ, πράγμα που ανησύχησε το Παλάτι, καθώς η Βασίλισσα Άννα – Μαρία ήταν Δανή. Ο ελληνικός τύπος που πρόσκειτο στη Δεξιά κατέκρινε την θερμή υποδοχή που επεφύλαξε η Δανική κυβέρνηση στον Ανδρέα Παπανδρέου ως συμπεριφορά «απάδουσαν εις φίλην κυβέρνησιν».
Η συνεχώς αυξανόμενη δημοτικότητα του Ανδρέα ήταν αναμενόμενο να ενοχλήσει τους συντηρητικούς κύκλους και το Παλάτι, αλλά και μέρος της Ένωσης Κέντρου, ιδίως μετά από την περιοδεία στην Κρήτη, όπου τον υποδέχθηκαν θριαμβευτικά. Πίσω στην Αθήνα, ο Γεώργιος του αποκάλυψε ότι ο εκδότης Λαμπράκης είχε ζητήσει να του απαγορευτεί να περιοδεύει στην χώρα και να βγάζει λόγους. Πρότεινε μάλιστα, να συσταθούν ομάδες βουλευτών, όπου η κάθε μια να αναλάμβανε μια συγκεκριμένη περιφέρεια και ο Ανδρέας θα συμμετείχε σε μία από αυτές. Ο Γεώργιος προκειμένου να διασώσει την ενότητα του κόμματος δέχθηκε να «περιορίσει» τον γιο του. Ο Λαμπράκης, όπως και η Βλάχου, από την πλευρά της Δεξιάς, προσπαθούσαν να πετύχουν μια προσέγγιση των δύο παρατάξεων. Πάντως ο Ανδρέας θεωρούσε ότι ο ελληνικός λαός ξεπέρασε τις ηγεσίες του ­ πνευματική και πολιτική ­ που, με σημαντικές εξαιρέσεις, συνθηκολόγησαν με τη δύναμη των οργανωμένων συμφερόντων και την προσφορά του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου μεγάλη καθώς ο κυνισμός του εγχειρήματος ελευθέρωσε και το λαό και τη δημοκρατική παράταξη από τα συμπλέγματα του παρελθόντος. Οδήγησε σε βαθιά συνειδητοποίηση, από το λαό και τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη, τόσο της διαρθρώσεως των πολιτικών δυνάμεων της χώρας όσο και του ελληνικού προβλήματος. Οι θέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου δεν έβρισκαν σύμφωνη την παραδοσιακή συντηρητική ηγεσία της Ένωσης Κέντρου και τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος πίστευε ότι αυτές οι θέσεις ήταν ιδιαίτερα προωθημένες για την εποχή και φόβιζαν τις κατεστημένες δυνάμεις. Παρά ταύτα, ο Ανδρέας Παπανδρέου με σαράντα περίπου βουλευτές της Ένωσης Κέντρου, τη νεολαία του κόμματος, την ΕΔΗΝ, στην συντριπτική της πλειοψηφία, με τους "Δημοκρατικούς Συνδέσμους" στο σύνολό τους, διαμόρφωνε ένα συνεχώς διευρυνόμενο πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα, το οποίο διαπερνούσε όλη τη χώρα.
Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Άνσουιτς από την Αμερικανική πρεσβεία προσπαθεί να πείσει τον Ανδρέα να συναντηθεί στο σπίτι του με τον Κωνσταντίνο, προκειμένου να αναθεωρήσει τη γνώμη που έχει σχηματισει γι’ αυτόν ως αθεράπευτου επαναστάτη.  Όμως, ο Ανδρέας αντιπρότεινε να καλέσει ο Βασιλιάς ένα ένα χωριστά τους πολιτικούς αρχηγούς και άλλες πολιτικές προσωπικότητες, ώστε, με τον τρόπο αυτό να είναι αδιάβλητη και δημόσια και η δική τους συνάντηση.
Το βράδυ της 20ης Δεκεμβρίου ο Δημ. Μαρούδας, συνεργάτης του, Ανδρέα, τον ειδοποιεί ότι ο Κανελλόπουλος απέσυρε την υποστήριξη του από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, και κατά τα φαινόμενα είχε συμφωνήσει και ο Γεώργιος Παπανδρέου να υποστηρίξουν κυβέρνηση υπό τον Παρασκευόπουλο. Ο Ανδρέας επικοινωνεί αμέσως τηλεφωνικά με τον πατέρα του, ο οποίος προσπαθεί να τον πείσει ότι σημασία έχει το γεγονός ότι ηττήθηκαν οι αποστάτες.
Στις  22/12  σχηματίστηκε η κυβέρνηση Παρασκευοπούλου, μετά από μυστική συμφωνία του Γεωργίου Παπανδρέου με τον Παν. Κανελλόπουλο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε βρεθεί μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα στη ζωή του. Έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στο σεβασμό και την υποταγή προς τη θέληση-απόφαση του πατέρα και αρχηγού του κόμματος, ή να παραμείνει συνεπής στις ιδέες και τα πιστεύω του. Στις 26 Δεκεμβρίου του 1966, έγραψε ένα συγκλονιστικό γράμμα στον πατέρα του, για να του γνωστοποιήσει τις αποφάσεις του: «. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι μπορούσαμε να έχουμε διαφωνήσει τόσο ριζικά σε θέμα γραμμής – ιδιαίτερα όταν η γραμμή που εκφράζω είναι η γραμμή που με δίδαξες, ο σεβασμός της λαϊκής κυριαρχίας. Οφείλω τα πάντα σε σένα, ακόμη και το ότι μπήκα στην πολιτική. Ήρθα να σε βοηθήσω στο μεγάλο και δύσκολο έργο σου για τη δημιουργία μιας νέας Ελλάδας, ενός σύγχρονου κράτους. Με ενέπνευσαν οι ωραίοι σου αγώνες, οι ξεκάθαρες θέσεις σου και η ανταπόκριση του πανάξιου λαού μας….Μου είναι ψυχικά και ηθικά αδύνατο να ψηφίσω την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου γιατί τη βλέπω σαν σύμβολο συμβιβασμού με τις δυνάμεις που καταδυναστεύουν την Ελλάδα απ’ την ημέρα της απελευθέρωσης της. Και έχει αυτό ιδιαίτερη σημασία γιατί είμαστε εμείς – το Κέντρο – η παράταξη που μπορούσε να τα βγάλει πέρα – να βάλη την Ελλάδα στην Λεωφόρο της Δημοκρατίας και της προόδου.
Σαν πολιτικός ξέρω ότι είναι καθήκον μου να καταψηφίσω την κυβέρνηση όταν έρθη στη βουλή. Σαν γιος είμαι συντετριμμένος. Και θάθελα να ελπίζω από τα βάθη της καρδιάς μου ότι θα εδέχεσω να αναθεωρήσης τη θέση σου, θέση που θα οφείλεται, σε ποιο βαθμό δεν ξέρω, σε επιρροές των μικρών ανθρώπων που εμπορεύονται τη δημοκρατία …Είναι αυτή για μένα η μεγάλη στιγμή του ναι  ή του όχι. Θα πάρω το δρόμο που υπαγορεύει η συνείδηση μου, πάντα δίπλα σου, πάντα με σεβασμό, πάντα με αγάπη – κι εύχομαι κάπως το τραύμα να επουλωθή. Όπως εύχομαι κάποτε στον τόπο μας να ανατείλει η Δημοκρατία η πραγματική…»
Παράλληλα, ο Ανδρέας δίνει μακροσκελή δήλωση στον τύπο: «..Θεωρώ καθήκον μου ν’ απευθύνω έκκληση στο κόμμα που ανήκω, στο μεγάλο δημοκρατικό και προοδευτικό κόμμα της Ενώσεως Κέντρου και στον αρχηγό του, τον εθνικό μας ηγέτη, Γεώργιο Παπανδρέου. Με άπειρο σεβασμό για τον αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου, το μεγάλο δημοκράτη, τον ηγέτη των δύο Ανένδοτων αγώνων για τη δημοκρατία, την πρόοδο και την εθνική μας υπερηφάνεια και με άπειρη αγάπη για τον πατέρα μου, του απευθύνω έκκληση να αναθεωρήση την πρόθεση του να υποστηρίξει το βασιλικό κατασκεύασμα που πρόκειται να παρουσιαστεί στη Βουλή.....Υπερψήφιση της κυβερνήσεως Παρασκευόπουλου ισοδυναμεί με πλήρη γελοιοποίηση των θέσων της Ενώσεως Κέντρου. Σημαίνει υιοθέτηση των θέσεων της Δεξιάς. Σημαίνει αποδοχή του βασιλικού πραξικοπήματος. Σημαίνει εγκατάλειψη του βασικού συνθήματος πως «ο βασιλεύς βασιλεύει, ο λαός κυβερνά». Σημαίνει κατά συνέπεια εγκατάλειψη εκ μέρους της Ενώσεως Κέντρου του μεγάλου, επίμονου αιτήματος του Ελληνικού λαού «ο στρατός να μην ανήκει ούτε σε πρόσωπα ούτε σε κόμματα, αλλά στο έθνος και στο λαό». Και σημαίνει σε τελευταία ανάλυση, πλήρη υπαναχώρηση από τη βασική μας θέση πως «η Ελλάδα είναι σύμμαχος, όχι δορυφόρος» και πως «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Γιατί η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου συνιστά την πεμπτουσία της επιτυχίας των σχεδίων του Παλατιού, του ξένου παράγοντα και των διαφόρων κατεστημένων που έχουν γίνει τύραννοι της χώρας.....Γιατί αυτή η εξωκοινοβουλευτική κυβέρνηση αποτελεί ένα ακόμα βήμα προς τη συμπλήρωση της εκτροπής από το σύνταγμα. ...Για τη δικαίωση των αγώνων του δημοκρατικού λαού μας, για τη νίκη της δημοκρατίας, για την επιβολή λαϊκής κυριαρχίας στα πλαίσια του συντάγματος, για την εθνική μας ανεξαρτησία, είναι ανάγκη να παραμείνει η Ένωση Κέντρου ενωμένη και συνεπής στις αρχές της». Ο Γεώργιος απάντησε με μια στεγνή δήλωση: «...Εάν μετά την απόφασιν της πλειοψηφίας του κόμματος υπάρχουν βουλευταί επιμένοντες εις την διαφωνίαν των, τίθενται αυτομάτως εκτός κόμματος».

Θα πρέπει να τονιστεί ότι στην συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ε.Κ που έγινε στις 4 Ιανουαρίου 1967 απουσίασαν 45 απο τους 122 βουλευτές. Το πλήγμα για τον Γεώργιο Παπανδρέου ήταν βαρύ, η δύναμη του Ανδρέα στο κόμμα ήταν μεγαλύτερη από όση είχε υπολογίσει. Ο Ανδρέας είχε στείλει την σύζυγό του, Μαργαρίτα στο Καστρί, προκειμένου να εξακριβώσει αν ο Γεώργιος είχε κάποια πρόθεση συμβιβασμού. Όμως, ο Γεώργιος ήταν αμετάπειστος καθώς θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να υπαναχωρήσει στον λόγο που είχε δώσει στον βασιλιά. Ο Ανδρέας σε σύσκεψη με τους φίλους και συνεργάτες του, τον Γιάννη Αλευρά, τον Γιάννη Χαραλαμπόπουλο και τον Αντώνη Λιβάνη και αποφάσισαν την αλλαγή της στάσης τους προκειμένου να σωθεί η ενότητα του κόμματος αλλά και να εξασφαλίσουν την ελπίδα να επιτύχουν στις επικείμενες εκλογές.
Τελικά, στις 14 Ιανουαρίου, μετά από μαραθώνια κοινοβουλευτική συζήτηση η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου απέσπασε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, προκειμένου να διενεργήσει αδιάβλητες εκλογές το Μάιο με απλή αναλογική.
Στις 24 του μήνα και ενώ η δίκη ΑΣΠΙΔΑ συνεχιζόταν, κατατέθηκε αίτηση του εισαγγελέα για την άρση ασυλίας των βουλευτών Ανδρέα Παπανδρέου και Παύλου Βαρδινογιάννη, προκειμένου να απαγγελθεί εναντίον τους κατηγορία για πράξεις «εσχάτης προδοσίας»
Ο Ανδρέας επιμένει  να επιλεγούν άξιοι αγωνιστές και γνωστοί δημοκράτες σαν υποψηφίους – όχι να συμπληρώσουν  τις θέσεις με «κομματικούς φίλους» που δεν είναι σε θέση ούτε να κατανοήσουν τι σημαίνει Εθνική Αναγέννηση ή είναι κρυπτοδεξιοί, έτοιμοι να προδώσουν και πάλι την παράταξη και τον λαό.
 Τι έννοια θα έχει η συντριβή της Δεξιάς στις κάλπες αν της φέρουμε εμείς κάτω από τη σημαία μας ανθρώπους που θα την υπηρετήσουν; ....Όπως έχουν τα πράγματα ανάμεσα στους νέους υποψήφιους περιέχονται και δεξιοί και δοσίλογοι και ΙΔΕΑτες και άνθρωποι με βρώμικα χέρια. Κι αποκλείονται αγωνιστές που είναι γνωστοί απ’ άκρου σ’ άκρο στην Ελλάδα. Γιατί;.......
Και θέλω να ερωτήσω: Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες πώς θα συντρίψουμε τη Δεξιά; Πώς θα θεμελιώσουμε τη Νέα Ελλάδα; Και τι αξία τότε είχε η ιδεολογική μου θυσία, όταν έμεινα στο κόμμα για να επιτευχθούν οι μεγάλοι αυτοί στόχοι;
Αλλά υπάρχει και το μεγάλο επίμαχο θέμα της μετεκλογικής συνεργασίας με τον Κανελλόπουλο. Ξέρεις πόσο ανοιχτός είναι ο ψίθυρος. Γιατί δεν τον τερματίζεις με μιά οριστική δήλωση, με ένα ανάθεμα; …. Αλλά δεν αρκεί αυτό. Πρέπει να αποκλεισθή και η πιό αμυδρή δυνατότητα συνεργασίας. Πως θα ήταν δυνατόν  να εφαρμόσουμε και το minimum πρόγραμμα μας ακόμη, αν συνεργαστούμε με τη Δεξιά; Όταν στόχος μας είναι η διάλυση του παρακράτους, η επιβολή της λαϊκής κυριαρχίας, η δικαίωση όσων εδιώχθηκαν από τη Δεξιά;
Αν φαίνομαι ατίθασος και απειθάρχητος, δεν είναι γιατί δεν σε σέβομαι σαν αρχηγό ή δεν σε αγαπώ σαν γυιός. Είναι γιατί δεν αντέχω να βλέπω τον αγώνα του λαού μας να μεθοδεύεται προς την ήττα…. Δεν ήρθα στην πολιτική για τα officia  Δεν ζητώ τίτλους – ούτε καν υπουργείο. Μένω ευχαρίστως απλός στρατιώτης – αλλά πρέπει να ξέρω γιατί μάχομαι. Σ’ αυτή τη μάχη, αν οι στόχοι παραμείνουν καθαροί, είμαι έτοιμος να προσφέρω και τη ζωή μου.»

Την 1η Μαρτίου του 1967 ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν καλεσμένος του Συνδέσμου Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία" και έκανε εκτεταμένη αναφορά στη σκευωρία του "ΑΣΠΙΔΑ", στην αποστασία, στη βαθύτατη εξάρτηση της χώρας από τις ΗΠΑ και στον ρόλο διαφόρων υπηρεσιών, ελληνικών και ξένων, να ανακόψουν τη νικηφόρο πορεία της Ένωσης Κέντρου προς τις εκλογές. Ο Ανδρέας Παπανδρέου υποστήριξε ότι η συνομωσία του ΑΣΠΙΔΑ ήταν μια σκευωρία που ενέπλεξε Έλληνες αξιωματικούς για να χρησιμοποιηθούν ως «αποδιοπομπαίοι τράγοι».
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι σχέσεις πατέρα και γιου βελτιώθηκαν λόγω της σκευωρίας ΑΣΠΙΔΑ και της προαναφερθείσης αίτησης για άρση της ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου προκειμένου να του απαγγελθεί η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Ο Γεώργιος αντέδρασε χαρακτηρίζοντας το θέμα «δικαστικήν σκευωρίαν της διατεταγμένης δικαιοσύνης». Οι δύο Παπανδρέου είναι πλέον πεπεισμένοι ότι η χώρα δεν οδηγείται σε εκλογές αλλά σε επίταση της πολιτικής ανωμαλίας και ίσως, σε στρατιωτικό πραξικόπημα. Μόνο που το ανέμεναν από τη πλευρά του Βασιλιά και όχι από τους συνταγματάρχες.... Ενώ, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας σε έκθεση της προέβλεπε ότι εφόσον οι εκλογές είναι ελεύθερες, ο Παπανδρέου θα αποσπούσε την απόλυτη πλειοψηφία και η ΕΚ θα ήταν σίγουρα το πρώτο κόμμα. Οι προβλέψεις δεν στάθηκε δυνατόν να επαληθευθούν γιατί μεσολάβησε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.
Πάντως, στις 16 Μαρτίου το Στρατοδικείο Αθηνών καταδίκασε 15 από τους 28 αξιωματικούς που κατηγορούνταν για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ σε φυλάκιση από 2 έως 18 έτη, και ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτήρισε την περίοδο αυτή του δημοσίου βίου «ότι θα ανήκει στις μελανότερες σελίδες της σύγχρονης πολιτικής μας ιστορίας».

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Ποιός ΔΕΝ φοβήθηκε την Μέρκελ



Πολλά έχουν γραφεί για την υποχώρηση της Μέρκελ στη Σύνοδο Κορυφής και όλοι καταδεικνύουν τον Ιταλό  τεχνοκράτη πρωθυπουργό, Μάριο Μόντι, ως νικητή. Ο Μόντι έχει κατηγορηθεί ότι είναι «υπάλληλος» των τραπεζών, ότι κάνει τα «χατίρια» της Ε.Ε. της οποίας υπήρξε Επίτροπος, ότι ανέβηκε στην εξουσία με τη βοήθεια της Goldman Sachs. Αλλά, έγινε "ηρωας σε μια μέαρ" κατά τη Σύνοδο Κορυφής όπου θεωρητικά υποχρέωσε τη «σκληρή» Άνγκελα Μέρκελ να κάνει πίσω. Η Ιταλία ακολουθώντας το δρόμο που είχε ανοιξει η Ελλάδα, ανέβασε μια τεχνοκρατική κυβέρνηση για να δώσει λύσεις και να λειτουργήσει για βγάλει τη χώρα από την κρίση, μόνο που την διατήρησε περισσότερο χρόνο από την Ελλάδα, όχι γιατί οι Ιταλοί ειναι λιγότερο δημοκράτες από μάς, ούτε βέβαια, λιγότερο "αγανακτισμένοι" απο μας, απλά είναι περισσότερο ρεαλιστές και φροντίζουν για το συμφέρον τους σε μακροχρόνιο οριζοντα.
Έτσι, ο τεχνοκράτης Μόντι πήγε στη Σύνοδο Κορυφής αποφασισμένος να βρεθεί λύση που θα ηρεμήσει τις αγορές. Το επιτόκιο δανεισμού της Ιταλίας κάλπαζε προς τα πάνω και σε περίπτωση που σημειωνόταν αδιέξοδο στη Σύνοδο, η Ρώμη θα βρισκόταν ένα βήμα πιο κοντά στην ανάγκη χρηματοδότησης από μηχανισμό στήριξης και μακρύτερα από τις αγορές.
 
Μάλιστα σε δηλώσεις του πριν από τη Σύνοδο, ανέφερε ότι θα ήταν διατεθειμένος να μείνει έως και την... Κυριακή στις Βρυξέλλες, προκειμένου να βρεθεί λύση για τη χώρα του. Παράλληλα, μία μέρα πριν από τη Σύνοδο δήλωνε ότι η Ιταλία «δεν πρόκειται να στηρίξει τον προτεινόμενο φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών» (φόρο Τόμπιν) εάν η ευρωζώνη δεν στηρίξει την Ρώμη, ώστε να μειώσει το υπερβολικό κόστος εξωτερικού δανεισμού της
 
Ο αποφασισμένος Ιταλός πρωθυπουργός, σύμφωνα με το Spiegel όταν είδε τον πρόεδρο της Ε.Ε., Χέρμαν βαν Ρομπάι να ετοιμαζεται να σηκωθεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων για να ανακοινώσει τη συμφωνία των «27» για το πακέτο της ανάπτυξης, τον σταμάτησε με αγριεμένο ύφος, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να φύγει από τη Σύνοδο Κορυφής εάν δεν υπάρξουν συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των υψηλών επιτοκίων και ότι δεν πρόκειται να δώσει τη συναίνεσή του στο πακέτο ανάπτυξης εάν δεν ξεκαθαριστεί το ζήτημα. Παράλληλα, ο ισπανός ομόλογός του, Μαριάνο Ραχόι υποστήριξε τη θέση του. 
 
Τελικά, η απόφαση ότι οι χώρες θα είναι σε θέση να λαμβάνουν κεφάλαια από το ESM, χωρίς να χρειάζεται να μπουν στην εποπτεία της Τρόικας, πιστώθηκε ως μεγάλη νίκη του Μόντι απέναντι στη Μέρκελ. Πολλοί έσπευσαν να πανηγυρίσουν ότι ο ιταλός πρωθυπουργός αποδείχθηκε ότι είχε πυγμή, σε αντίθεση από την ελληνική πλευρά, αλλά προφανώς συγκρίνουν μεγέθη χωρών που ΔΕΝ συγκρίνονται, ως προς την επιρροή που μπορεί να έχουν, αλλά επίσης, φαίνεται να ξεχνούν ότι η ελληνική πλευρά προσπαθούσε το 2010 να πείσει ΚΑΙ για τη δημιουργία μηχανισμού, αφού δεν υπήρχε παρόμοια διαδικασία στην ΕΕ. Ενώ, ΟΛΑ όσα σήμερα συζητά η ΕΕ, φόρος Τομπιν -ευρωομόλογα, τα είχε προτείνει ο τότε έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου. 

Όμως, για τον προσεκτικό παρατηρητή  η νίκη Ραχόι και Μόντι δειχνει μάλλον πύρρειος νίκη: Για να λάβουν τη ρευστότητα που θέλουν, παραχωρούν τον έλεγχο όλου του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος σε μία ευρωπαϊκή εποπτική αρχή. Σε άλλες εποχές, αυτό θα σήμαινε άλλο ένα βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Σήμερα, όμως, σημαίνει πως ο έλεγχος ακόμη ενός σημαντικού μέρους της ευρωπαϊκής οικονομίας θα περάσει στα χέρια των Γερμανών. Από την αρχή της κρίσης, φάνηκε πως στόχος των εταίρων ήταν να σπάσει ο ομφάλιος λώρος που συνδέει κράτη και τράπεζες. Να σταματήσουν τη μετατροπή των τραπεζικών επισφαλειών σε κρατικό χρέος, που εκτινάσσει το συνολικό κρατικό χρέος, απογειώνει τα επιτόκια δανεισμού, μετατρέπει σε σκουπίδια τα κρατικά ομόλογα και ξαναγεμίζει τις τράπεζες που τα κατέχουν με άχρηστα χαρτιά. Αλλά ενώ οι τράπεζες θα δανείζονται από τον ESM χωρίς να επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, ο ESM θα χρηματοδοτείται από τα κράτη. Επομένως, δεν σπάει ο δεσμός, απλά μεσολαβεί άλλος ένας κρίκος. Όμως, αυτή η λύση προσπαθεί να θεραπεύσει τα συμπτώματα της κρίσης, την αύξηση του χρέους και όχι τη γενεσιουργό αιτία. Τα χρέη είτε από τις τραπεζικές φούσκες (Ιρλανδία, Ισπανία), είτε από υπερβολικό κρατικό δανεισμό (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία) οφείλονται στην παντελή απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων. Οι offshore επιχειρήσεις, η φασόν παραγωγή σε κινέζικα εργοστάσια, οι φορολογικοί παράδεισοι, επιδοτούνται από τους Ευρωπαίους πολίτες και δεν πληρώνουν φόρο πουθενά.  Με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές χώρες να χάνουν θέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι εισοδήματα, τα ταμεία ασφαλιστικές εισφορές, οι προϋπολογισμοί φόρους και να πολλαπλασιάζονται έτσι οι "τρύπες" και τα κρατικά χρέη. Άρα, δεν μπορεί να λύσει την ευρωπαϊκή κρίση χρέους η παρεμβολή του ESM στο κύκλωμα τράπεζες - κράτος, αλλά η επιστροφή της παραγωγής στα ευρωπαϊκά εδάφη. Αυτό που είναι απαραίτητο σε όλη την Ευρώπη, είναι δουλειές. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον με την επανεπένδυση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων στο χώρο τους. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπαθούν μέ την "κινεζοποίηση" των εργαζομένων και την προσφορά τριτοκοσμικών συνθηκών να ενθαρρύνουν τους επενδυτές. 
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας είχε καταθέσει και συνεχίζει να στηρίζει προτάσεις για μια πολιτική υπευθυνότητας, για τις απαραίτητες υποδομές για μια Ευρώπη πραγματικά ανταγωνιστική. Που θα χρηματοδοτείται μέσα από πράσινους φόρους, ομόλογα και μέρος των φόρων συναλλαγών, ενώ έχει επίσης, προτάσεις κατά της υπερεκμετάλλευσης εργαζομένων σε άλλες ηπείρους, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος σε φτωχότερες περιοχές, που δημιουργούν αθέμιτους όρους ανταγωνισμού προς τις αναπτυγμένες χώρες. Προς το παρόν, όμως, οι Γερμανοί εκμεταλλεύονται την ευρωπαϊκή κρίση και πετυχαίνουν να επιβάλουν την οικονομική και πολιτική ηγεμονία τους στην Ευρώπη.