Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Μια χαμένη ευκαιρία


Ο Γεώργιος Παπανδρέου μετά την άνοδό του στην εξουσία, πετυχαίνει να ληφθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας  του Ο.Η.Ε  απόφαση, τον Μάρτιο του 64,  με την οποία απαγορευόταν στην Τουρκία να προβεί σε ενέργειες κατά της Κύπρου. Δεν της αναγνωριζόταν το δικαίωμα επέμβασης στην Κύπρο και ταυτόχρονα αποφασιζόταν η αποστολή στρατιωτικής δύναμης  κυανοκράνων  στην περιοχή καθώς και διορισμός μεσολαβητή  του Οργανισμού για το Κυπριακό.
Στις 8 Μαΐου πάντως, η Ελλάδα δηλώνει ρητά, ότι δεν επιθυμεί την Ένωση αλλά την ανεξαρτησία της Κύπρου. Στις 12 του ίδιου μήνα εκτελούνται δύο έλληνες αξιωματικοί και τραυματίζεται άλλος ένας στην Κύπρο από Τούρκους, στην Αθήνα συγκαλείται έκτακτη σύσκεψη. Οι συγκρούσεις στον Πενταδάκτυλο απέδειξαν την αδυναμία των λιγοστών (2000) ανδρών που είχαν αποσταλεί μυστικά στην Κύπρο με πρωτοβουλία του έλληνα πρωθυπουργού και του στρατηγού Γεννηματά για αντιμετώπιση των Τούρκων. Έτσι, ο Υπουργός πείσθηκε να υποχωρήσει σε σταδιακή αποστολή ισχυρών δυνάμεων, οι άνδρες των οποίων ταξιδεύουν με επιβατικά πλοία ως τουρίστες με ψευδώνυμα μεταφέροντας μαζί τους οπλισμό και πολεμοφόδια.
Στις 8 Ιουνίου ο  Τζόνσον παρεμβαίνει για να αποτρέψει τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Στο μεταξύ ο Γρίβας αναλαμβάνει την αρχηγία της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο ενώ συνεχίζεται η αποστολή μυστικά στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί από την Ελλάδα. Στις  24 Ιουνίου o Γ. Παπανδρέου, συνοδευόμενος από τον υπουργό Eξωτ. Στ. Kωστόπουλο και τον αναπλ. υπουργό Συντονισμού Aνδρέα Παπανδρέου, επισκέφθηκαν την Ουάσιγκτον. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν υπέκυψε στις πιέσεις και αρνήθηκε να συναντηθεί με τον τούρκο ομόλογό του Iνονού, αποδέχθηκε όμως, ως μεσολαβητή στο Κυπριακό τον πρώην υπουργό Eξωτερικών των HΠA, Nτιν Aτσεσον. H τελική απάντηση του στις αμερικανικές πιέσεις ήταν: «Λέγεται ημίν: ή θα υποταγείτε ή θα γίνει εισβολή. Ουχί μόνον η Tουρκία απεφάσισε την επιδρομήν, αλλά και επληροφορήθη ότι η επιδρομή δεν δύναται να παρεμποδισθή. Aλλά αυτό σημαίνει τελεσίγραφον. Tοιαύτα τελεσίγραφα έχει λάβει η Eλλάς από τον φασισμόν και τον ναζισμόν. Ουδέποτε ανέμενεν ότι θα ελάμβανε και από συμμάχους. Kαι μάλιστα, από τους ηγέτες του Eλευθέρου Kόσμου. Tο τελεσίγραφον είναι τουρκικόν, αλλά καθ' ον τρόπον μας το διαβιβάζετε, αν δεν σημαίνει αποδοχήν, σημαίνει ανοχήν. Xωρίς καμίαν μεγαληγορίαν, εις ηρεμότατον τόνον, οφείλω να σας δώσω την απάντησιν την οποίαν υπαγορεύει η Iστορία και η τιμή του Eθνους: ΟXI». Ο πρόεδρος Τζόνσον απάντησε σε έντονο τόνο ότι «η Ελλάδα είναι μία μύγα και η Κύπρος είναι μια μύγα μπροστά στα συμφέροντα των ΗΠΑ». Στις 9 Αυγούστου σημαίνει συναγερμός των ενόπλων δυνάμεων μετά από πληροφορίες για Τουρκική απόβαση στην Κύπρο. Το σχέδιο Άτσεσον που προέβλεπε ένωση με την Ελλάδα και εκμίσθωση της Καρπασίας στην Τουρκία για 50 χρόνια ναυάγησε λόγω της αρνητικής στάσης του Μακαρίου.
Στις 26 Μαρτίου του 65 ο Μεσολαβητής του ΟΗΕ, Γκάλο Πλάζα υπέβαλε την έκθεση του για το Κυπριακό προτείνοντας τη δημιουργία ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους με ορισμένες ουσιαστικές εγγυήσεις προς την τουρκική μειονότητα. Η Άγκυρα όπως ήταν φυσικό απέρριψε το σχέδιο. Στο μεταξύ η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, η αποσταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών με την αποπομπή του νόμιμου πρωθυπουργού, αποδυναμώνει την ελληνική και ελληνοκυπριακή θέση στο διεθνή χώρο.
Στις 28 Μαρτίου του 1966 η Τουρκία δια του προέδρου της στρατηγού Σουνέϊ καταγγέλλει την παρουσία  ελληνικών στρατευμάτων στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι η Ένωση θα παραμείνει απλό ελληνικό όνειρο, και χαρακτηρίζοντας το Κυπριακό εθνική υπόθεση της Τουρκίας. Στις 21 Δεκεμβρίου με την παραίτηση της κυβέρνησης Στεφανόπουλου διακόπηκε  και ο ελληνοτουρκικός διάλογος Τόμπρα – Τσολάκογλου στο Παρίσι. Ο Έλληνας υπουργός διαβεβαίωσε ότι οι βάσεις της Δεκέλειας θα ήταν διαθέσιμοι αν επείρχετο συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και ότι οι Τουρκοκύπριοι θα είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην διοίκηση της νήσου. Ο Στεφανόπουλος άλλωστε, είχε κατηγορήσει τον Μακάριο για υπονόμευση του ελληνοτουρκικού διαλόγου με τη μυστική εισαγωγή τσεχοσλοβακικών όπλων.
Στις 26 Ιουνίου του 67 η Κυπριακή βουλή ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα όπου ζητούσε τη συνέχιση του αγώνα έως της ενώσεως ενιαίας και ολοκλήρου της Κύπρου με τα της μητρός Πατρίδος και υποστήριζε την προαγωγή του κλίματος ψυχικής ενότητας μεταξύ του ελληνικού κυπριακού λαού και του της μητρός Πατρίδος , ως και εις την στενή συνεργασία μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου. Ενώ συνέστησε στον Μακάριο να μεταβεί στην Αθήνα και «να ομιλήσει άνευ φόβου και προκαταλήψεως».
Όμως η διάσταση απόψεων μεταξύ Αθήνας – όπου έχει επικρατήσει το στρατιωτικό πραξικόπημα- και Λευκωσίας  έγινε πλέον ορατή. Το αγεφύρωτο χάσμα σχετικά με τη στρατηγική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν, σταδιακά επιδείνωσε τη θέση της Κύπρου και προετοίμασε το έδαφος για την τουρκική επέμβαση.
Μετά από την πολύ σύντομη ιστορική αναδρομή θα ήθελα να σημειώσω ορισμένες παραμέτρους που προσδίδουν στην πορεία του Κυπριακού μια «ανακυκλώσιμη» χροιά….


Στις 2 Ιουλίου 1964 ο Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε  επιστολή στον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. Αυτό το μήνυμα του έφτανε αμέσως μετά τη συνάντηση των δύο ανδρών στην Ουάσιγκτον όπου ο Έλληνας πρωθυπουργός αρνήθηκε την έναρξη διμερών συνομιλιών με τον Τούρκο ομόλογό του. Ο Τζόνσον εξέφρασε την πεποίθησή του ότι το Κυπριακό εξελισσόταν επικίνδυνα με την πάροδο κάθε ημέρας και ότι πλέον βρισκόταν στο χείλος της κρίσεως. Σε αυτή τη πεποίθηση ισχυριζόταν ότι κατέληξε καθώς τα πάθη στην Κύπρο είχαν ενταθεί και από τις δύο πλευρές αλλά και διότι η συσσώρευση των εξοπλισμών συνεχιζόταν. “Αυτή είναι κατάστασις η οποία αφεύκτως θα αποβαίνη ολοέν και περισσότερον εκρηκτική ……. Ακόμη και άνευ αμέσου εκρήξεως η πεποίθησις ότι ο κίνδυνος σταθερώς αυξάνει θα ηδύνατο ανά πάσαν στιγμήν να δημιουργήση εν Τουρκία πιέσεις δι’ επέμβασιν αίτινες δύνανται να αποδειχθούν ακατάσχετοι.”
Ο πρόεδρος Τζόνσον υποστήριζε ότι με προσωπικές του προσπάθειες είχε κατορθώσει να αποτρέψει επέμβαση από την τουρκική πλευρά, αλλά από ένα σημείο και μετά δεν θα μπορούσε να αποτρέψει τους Τούρκους από το δικαίωμα να ασκήσουν τα δικαιώματα τους - όπως τουλάχιστον όριζαν οι Συνθήκες του Λονδίνου. Η μόνη λύση που έβλεπε ο Αμερικανός πρόεδρος για να αποφευχθεί η σύρραξη ήταν  η ταχεία και αποφασιστική εξέταση ενός μόνιμου διακανονισμού μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Ο Τζόνσον παραδεχόταν ότι μία τέτοια ενέργεια θα είχε πολιτικό κόστος, επικρίσεις και αντιδράσεις από πολλές πλευρές και υποστήριζε ότι κατανοούσε την άποψη μεγάλου μέρους της ελληνικής πλευράς ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να επιτραπεί στην πλειοψηφία του Κυπριακού λαού να ρυθμίσει το μέλλον της. Όμως, επέμεινε ότι η κρισιμότητα της κατάστασης καθιστούσε αδύνατη την ολοκλήρωση αυτής της εκδοχής, καθώς “αι πιέσεις εις την Τουρκίαν προς δράσιν είναι άκρως ισχυραί και αύται επίσης πηγάζουν από την βαθείαν πεποίθησιν ότι διακυβεύονται τουρκικά δίκαια.” Ο Τζόνσον έδειχνε ότι  προσπαθούσε να κρατήσει τις δέουσες αποστάσεις μεταξύ των δύο αντιπάλων και παράλληλα  συμμάχων στο ΝΑΤΟ, προβάλλοντας τις προθέσεις του να βοηθήσει στην εξεύρεση λύση, χωρίς φαίνεται ότι προσπαθεί να επιβάλει τις απόψεις του ή λαμβάνει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου. «Η πεποίθησις μας είναι ότι οιαδήποτε επιτυχής λύσις δέον να προέλθη από συμφωνία των μερών και δεν δύναται να υπαγορευθή ή επιβληθή έξωθεν. Αλλ’ ότι θα είμεθα όσον δυνάμεθα εξυπηρετικοί εις αμφοτέρους τους φίλους μας άμα τη ενάρξει σοβαράς συζητήσεως»
Όπως φαίνεται ο Αμερικανός πρόεδρος προσπάθησε για μία ακόμη φορά να πιέσει προς τη πλευρά των διμερών διαπραγματεύσεων, με τις ΗΠΑ στη θέση του διαμεσολαβητή, τονίζοντας την επικινδυνότητα της κατάστασης. Ο Τζόνσον ήθελε να δει τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική πλευρά να επεξεργάζονται με αποφασιστικότητα μία ειρηνική λύση αποδεσμευμένες από την εμμονή ότι υπάρχει μία και μόνη αποδεκτή βάση για συζήτηση - διαφορετική βέβαια για κάθε μία από αυτές. Προβάλλοντας την πεποίθηση ότι το πραγματικό συμφέρον των λαών μπορεί να ικανοποιηθεί εφ’ όσον υπάρχει πραγματική διαπραγμάτευση και ότι αν δεν υπάρξει κανείς δεν θα μπορούσε να αποτρέψει μίαν καταστροφή για την οποία όλοι θα θεωρούνταν υπόλογοι.
Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ένιωθε τις ακατάσχετες πιέσεις της Ουάσιγκτον αλλά ακόμα μία φορά αρνήθηκε να ενδώσει- το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης θα ήταν πολύ ακριβό…. Στις 5 Ιουλίου έστειλε απαντητική επιστολή στον Αμερικανό πρόεδρο, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του, όπως ακριβώς τις είχε διατυπώσει και στην κατ’ ιδίαν συνάντηση τους στο Λευκό Οίκο, κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του εκεί. Ο Έλληνας πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα επιζητεί την ειρήνη και για το λόγο αυτό ούτε προκαλεί αλλά ούτε και ανταποδίδει τις τουρκικές προκλήσεις. Υπενθύμισε ότι παρότι οι Τούρκοι επιδίδονται σε διωγμούς κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, στην Ελλάδα ποτέ δεν ασκήθηκαν αντίποινα εναντίον Τούρκων που διαμένουν στην επικράτεια της. Ακόμα και στην Κύπρο η Ελληνική Κυβέρνηση ασκεί όλη της την επιρροή για την εδραίωση της ειρήνης, όπως αποδεικνύεται και από την δημόσια έκκληση που απηύθυνε από τις ΗΠΑ προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο προτρέποντάς τον για την πλήρη συνεργασία με την διεθνή στρατιωτική δύναμη για το σκοπό αυτό.
Όσον αφορά δε την πολιτική λύση, ο Παπανδρέου υποστήριξε και πάλι την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών να αναθέσει το θέμα στον Μεσολαβητή και υπογράμμισε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ζητά να ευνοηθεί αλλά να εφαρμοστούν οι Αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, που σημαίνει αδέσμευτη και ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία. “Δεν ζητούμεν καμμίαν απολύτως μεροληψίαν υπέρ υμών. Ζητούμεν την αμερόληπτον εφαρμογήν των αρχών της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης, συμφώνως προς τας οποίας η πλειοψηφία κυβερνά, αλλά και η μειονότης προστατεύεται και μάλιστα ακόμη και με διεθνείς εγγυήσεις”, τόνιζε ο Έλληνας πρωθυπουργός. Ο Παπανδρέου αντέκρουσε τις ευθύνες για τον επαπειλούμενο κίνδυνο, υποστηρίζοντας ότι αφού η Ελλάδα ακολουθεί πολιτική ειρήνης και επιδιώκει τη λύση του Κυπριακού με ειρηνικά μέσα, αισθάνεται ότι επιτελεί το καθήκον της ως μέλος του ελεύθερου κόσμου και δε φέρει επομένως καμία απολύτως ευθύνη για την “καταστροφή” που απειλείται. Η ευθύνη θα βάρυνε μόνο την Τουρκία, αφού εκείνη ήταν που συνεχώς απειλούσε για πόλεμο. Υπερασπίστηκε έτσι την ανάγκη οργάνωσης της άμυνας της Κύπρου η οποία προήλθε ακριβώς από τις απειλές αυτές. Ο Έλληνας πρωθυπουργός αντέκρουσε και τους τουρκικούς ισχυρισμούς που προβάλλονταν για να δικαιολογηθούν οι απειλές τους, ότι το δικαίωμα της επέμβασης τους αντλείται από τις Συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου, υποστηρίζοντας ότι όποια δικαιώματα περιέχονταν στις Συνθήκες έπαυσαν να υφίστανται από τη στιγμή που η Κύπρος έγινε μέλος των Ηνωμένων Εθνών και με τη συγκατάθεση της Τουρκίας. Άρα, οι απειλές επίθεσης αποτελούσαν πράξη ωμής βίας και κατ’ ουδένα τρόπο διασφάλιση των νόμιμων δικαιωμάτων της άλλης πλευράς.
Ο Παπανδρέου επέμεινε ότι οι ελληνοτουρκικές συσκέψεις είναι περιττές έως και επικίνδυνες από τη στιγμή που δεν έχει επιβεβαιωθεί εκ των προτέρων συμφωνία επί των βασικών θεμάτων για τον Μεσολαβητή. Άλλωστε από τη στιγμή που η Ελλάδα είχε αποδεχθεί το διορισμό του Μεσολαβητή για την αναζήτηση νέου πολιτικού σχήματος για την Κύπρο, αναγνώριζε και το δικαίωμα του να επικαλεστεί τη βοήθεια οποιουδήποτε θεωρούσε χρήσιμο και ικανό. Για το λόγο αυτό δεν έφερε αντίρρηση για τη βοήθεια που ήθελε να προσφέρει ο Αμερικανός αντιπρόσωπος, αλλά παράλληλα δεν ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει σε απευθείας διμερείς συνομιλίες με την Τουρκία.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός διπλωματικά ευχαριστούσε τον Αμερικανό πρόεδρο για τις πρωτοβουλίες του που στόχευαν στην αποφυγή πολεμικής σύρραξης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας και στην ειρηνική λύση της κρίσης στην Κύπρο. “Η Ελλάς ανταποκρίνεται πλήρως εις την πρωτοβουλίαν σας. Αποδέχεται την Ειρήνην και με τους λόγους και με τας πράξεις της. Εάν και η Τουρκία πράξη το ίδιο, η Ειρήνη έχει παγιωθεί. Εάν όμως η Τουρκία επιχειρήση επίθεσιν καθίσταται αυτή και μόνον ένοχος του πολέμου και είναι δίκαιον να ευρεθή αντιμέτωπος όχι μόνον της Ελλάδος αλλά ολοκλήρου του ελευθέρου κόσμου”, κατέληγε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή που απέστειλε στον έλληνα πρωθυπουργό ο πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, Μάτσας, όπου τόνιζε ότι οι ισχυροί δύσκολα αποδέχονται αποτυχία. Για το λόγο αυτό ο πρέσβης εισηγήθηκε «εξευμενιστικές» ενέργειες και λόγους. Υποστήριζε ότι το θέμα δεν είχε λήξει και ότι η πίεση θα επαναλαμβανόταν με άλλες μορφές. Υπολόγιζε ότι η πρώτη ευκαιρία για να ασκηθούν πιέσεις θα δινόταν στις προσεχείς συναντήσεις της Γενεύης και θα στρέφονταν και κατά του Γ.Γ του ΟΗΕ Ου Θαντ όσο και του Μεσολαβητή, Πλάζα. Ο Μάτσας πίστευε ότι αν λάμβανε μέρος και ο Ατσεσον θα γινόταν φορέας έντονων πιέσεων και θεωρούσε ότι ως όργανο εκβιασμού θα προβαλλόταν η συνεχιζόμενη απειλή πολέμου στην Κύπρο. Σχετικά δε με την συμμετοχή του Άτσεσον ήταν πεπεισμένος ότι θα συνέβαλε στο να έρθει το ζήτημα σε στάδιο άμεσων διαπραγματεύσεων. Η πρόβλεψη του αυτή βασιζόταν στην πεποίθηση του ότι οι Αμερικανοί είχαν ήδη έτοιμη λύση ή λύσεις που είχαν προκρίνει, αλλά καθώς αντίκειτο στις άγραφες αρχές της διπλωματίας τους, απέφευγαν πεισματικά να τις αποκαλύψουν. Τα σχέδια τους όμως, πρόδιδε η επιμελής οργάνωση της συνάντησης στο Καμπ Ντεϊβιντ που είχαν προτείνει στον Παπανδρέου. «Τα πάντα είχαν προετοιμαστεί: Πρόσωπα και σκηνοθεσία. Ως ταχυδακτυλουργός, ο αυτάρεσκος και πολυμήχανος Αμερικανός Νέστωρ θα ενεφάνιζε την λύσιν ενώπιον των εγκαθείρκτων απεσταλμένων, ως εάν προήρχετο εξ αυτών». Τα συμπεράσματα αυτά είχε εξάγει ο πρέσβης και από τις συνομιλίες που παρακολούθησε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Παπανδρέου στις ΗΠΑ, όταν ο υφυπουργός εξωτερικών Μπαλ παραδέχθηκε ότι η κυβέρνηση του δεν στερούνταν ιδεών για τη λύση του Κυπριακού, αλλά δεν επιθυμούσαν να τις προβάλλουν διότι γνώριζαν ότι κάθε πρόταση από την πλευρά τους θα γεννούσε αυτομάτως αντιδράσεις. Φαίνεται ότι οι Αμερικανοί ήταν πεπεισμένοι ότι κάθε λύση που θα προερχόταν από αυτούς ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη. Θα έπρεπε λοιπόν, να την προωθήσουν καλυμμένη. Ο Άτσεσον προοριζόταν να εκμαιεύσει στο Καμπ Ντέϊβιντ αμερικανική λύση από τους εκπροσώπους των αντιπάλων μερών και το ίδιο επρόκειτο να επιχειρήσει αν συμμετείχε στη Γενεύη.
Ο Άτσετσον υποστήριζε ότι τρεις ήταν οι ενδιαφερόμενοι, η κυβέρνηση της Ελλάδας, η κυβέρνηση της Τουρκίας και ο Κυπριακός λαός ενώ. απέδιδε πρωταρχική σημασία στους τρεις συντελεστές του προβλήματος, την αξιοπρέπεια και το γόητρο της Ελλάδας και της Τουρκίας, τη στρατιωτική ασφάλεια των επικρατειών τους και το λαό της Κύπρου. Το στοιχείο της ασφάλειας ενδιέφερε πρώτιστα την Τουρκία ενώ, του Κυπριακού λαού την Ελλάδα. Το στοιχείο της ασφάλειας ικανοποιούταν με την ένωση και την Νατοποίηση της Κύπρου αλλά και εκείνο του Κυπριακού λαού ικανοποιούταν με την ένωση. Η ένωση φυσικά ικανοποιούσε και το στοιχείο του γοήτρου της Ελλάδας αλλά έμενε ανικανοποίητο αυτό της Τουρκίας. Ο Άτσεσον συνέδεε το γόητρο με τη σταθερότητα των κρατών και έτσι πρόβαλλε το ζήτημα του τιμήματος της ένωσης που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το γόητρο της Τουρκίας. Το τίμημα βέβαια, δεν μπορούσε παρά να είναι εδαφικό.
Ο έλληνας επιτετραμμένος στην Ουάσιγκτον υποστήριζε ακόμη, ότι η εκλογή του Ατσεσον από την Αμερικανική κυβέρνηση απέβλεπε στο να είναι αρεστός στην ελληνική πλευρά. Το νομικό γραφείο στο οποίο προίστατο είχε ιδιαίτερους δεσμούς με την «Βασιλική κυβέρνηση». Οι Αμερικανοί είχαν υπολογίσει πάνω στην προβολή του προσώπου και των ιδεών του, όπως και στις «βασανιστικές» πιέσεις του Προέδρου τους κατά τη συνάντηση του με τον έλληνα πρωθυπουργό, ώστε να εξουδετερώσουν κάθε αντίσταση στα σχέδια τους.

Ένα άλλο ζήτημα που απασχολούσε την Αθήνα ήταν ο συντονισμός των ενεργειών με τη Λευκωσία. Η Ελληνική κυβέρνηση προσέβλεπε στη στενή συνεργασία με τον Μακάριο αλλά είχε θέσει και τον απαράβατο όρο ότι δεν θα επέτρεπε ούτε θα ανεχόταν πρωτοβουλίες του Αρχιεπισκόπου οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν άμεσα ή έμμεσα σε πόλεμο. Σε περίπτωση που ο Αρχιεπίσκοπος προχωρούσε σε τέτοιου είδους πρωτοβουλία  θα ακολουθούσε άμεσος διαχωρισμός ευθυνών και ρήξη σχέσεων. Η αφορμή αυτών των διευκρινίσεων ήταν η διαπίστωση της αποτυχίας και των επιζήμιων συνεπειών της πολιτικής του Μακάριου έναντι της Μόσχας. Μια πολιτική που είχε ακολουθήσει ο Αρχιεπίσκοπος παρά τις αντιρρήσεις της Ελληνικής κυβέρνησης. Μέσα στη καρδιά της ψυχροπολεμικής περιόδου η προσέγγιση του Μακάριου στη Μόσχα και οι «αδέσμευτες» κινήσεις του εξόργιζαν τους Δυτικούς συμμάχους της Ελλάδας και ιδιαίτερα τους Αμερικανούς, που έφταναν να τον αποκαλούν «Κάστρο της Μεσογείου».
Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε απευθείας συνάντηση με τον Μεσολαβητή του ΟΗΕ, Πλάζα, στις 18 Φεβρουαρίου του 1965, όπου συζήτησε τις εξελίξεις. Ο Πλάζα υποστήριξε ότι στο σημείο που είχαν φτάσει τα πράγματα καμία πλευρά δεν μπορούσε να κάνει υποχωρήσεις και έτσι ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί κάποια πρόοδος θα ήταν να παρεμβληθεί ένας τρίτος παράγοντας, ανεξάρτητος, ο οποίος θα διευκόλυνε την ανταλλαγή των απόψεων ώστε να υπάρξει “κάποια μετακίνηση των αμετακίνητων θέσεων” των ενδιαφερομένων.
Ο Πλάζα ενημέρωσε τον Έλληνα πρωθυπουργό για την πρόθεσή του να καταθέσει την έκθεσή του το ταχύτερο, χωρίς να περιμένει την συζήτηση στην Γενική Συνέλευση του Οργανισμού, εκφράζοντας τους φόβους του ότι κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης θα μπορούσαν να προκύψουν μικροεπεισόδια, τα οποία όμως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μεγάλες κρίσεις. Ο Μεσολαβητής υποστήριξε ότι θα κατέθετε μία ρεαλιστική λύση, μέσα στο πνεύμα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, μία λύση δημοκρατική, η οποία θα λάμβανε σοβαρά υπόψη τις βασικές απόψεις των ενδιαφερομένων.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός συμφώνησε με τις θέσεις του Πλάζα για την ανάγκη υποβολής της έκθεσής του συμπληρώνοντας ότι ο προκάτοχός του Τουομιόγια, ο οποίος είχε ασχοληθεί πολύ με την ιστορική έρευνα, του είχε αποκαλύψει ότι όπως είχε και εγγράφως συμπεράνει η περίπτωση της συνομοσπονδίας πρέπει να αποκλεισθεί. Ο Τουομιόγια είχε μάλιστα πληροφορήσει τον Παπανδρέου, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του τελευταίου στα Γραφεία των Ηνωμένων Εθνών, ότι το συμπέρασμά της έρευνάς του ήταν ότι έπρεπε να προχωρήσει η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου επανέλαβε ότι η Ελλάδα ζητά να ισχύσουν οι αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Κύπρου. Αν ο Κυπριακός λαός αποφάσιζε την Ένωση, θα γινόταν. Η Ελλάδα ήταν έτοιμη να δεχθεί την όποια απόφαση του. Παράλληλα, υποστήριζε ότι η Τουρκική μειονότητα θα έπρεπε να τύχει πλήρη και εγγυημένη ικανοποίηση των δικαιωμάτων της. Αλλά, δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει την παρανόηση της Διεθνούς κοινής γνώμης γύρω από τον όρο που χρησιμοποιείται αναφέροντας δύο «κοινότητες» στην Κύπρο, λησμονώντας την πραγματική πληθυσμιακή αναλογία. Ο τουρκικός πληθυσμός ανερχόταν στο 18% και ο χώρος στον οποίο είχαν συγκεντρωθεί μαζί με τις στρατιωτικές τους δυνάμεις την εποχή εκείνη ήταν το 3% του συνολικού χώρου του νησιού. Ο υπόλοιπος τουρκικός πληθυσμός των 40.000 ήταν διάσπαρτος ανάμεσα στο ελληνικό στοιχείο. Όλη επομένως, η περίφημη φιλολογία για διχοτόμηση ή ομοσπονδία αφορούσε στην πράξη το 9%  του συγκεντρωμένου πληθυσμού και 3% του χώρου- στρατοπέδου συγκεντρώσεως των προσφύγων. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούσαν ιδιαίτερα διαφωτιστικό στοιχείο για τη διεθνή κοινή γνώμη αλλά και για τα μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Ο έλληνας πρωθυπουργός συμφώνησε επίσης, με την θέση του Πλάζα ότι η έκθεση του δεν αποτελούσε οριστικό τέρμα, αλλά το τέρμα μίας φάσεως μετά την οποία θα ακολουθούσε η πορεία της οριστικής λύσης. Επιπλέον, η άποψη του Πλάζα ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη, ούτε άμεσα θα ήταν δυνατόν να συζητήσουν, ούτε άλλος τρίτος –βλέπε ΗΠΑ- θα ήταν χρήσιμο να παρεμβαίνει εκτός από τον Μεσολαβητή του ΟΗΕ και στην νέα φάση, συνέπιπτε με τις θέσεις του Παπανδρέου και της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Παπανδρέου μάλιστα, ανακοίνωσε στον Πλάζα ότι κατά τις συνομιλίες του με τον Αμερικανό πρόεδρο Τζόνσον υποστήριξε το έργο του Μεσολαβητή και αρνήθηκε να υποχωρήσει στις πιέσεις του για απευθείας συνομιλίες με την Άγκυρα ή για την παρεμβολή τρίτων στο ζήτημα.
Η ελληνική κυβέρνηση πάντως, ως ένα βήμα καλής θέλησης και προσήλωσης στην ειρηνική διευθέτηση της κρίσης, δεν είχε αντίρρηση αν και ο Μεσολαβητής το έκρινε σκόπιμο να αποσυρθούν όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις από το νησί, τόσο οι ελληνικές όσο και οι τουρκικές, εφόσον η παρουσία τους εγκυμονούσε κινδύνους. Μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων θα υπήρχε διεθνής δύναμη για την προστασία της μειονότητας. Ακόμα, σε ότι αφορούσε την τελική λύση η ελληνική πλευρά δεχόταν την αποστρατιωτικοποίηση του νησιού για λόγους ασφαλείας της Τουρκίας, μία και το κύριο επιχείρημα που προέβαλε η Άγκυρα ήταν η ασφάλεια της.
Ο Πλάζα εκτιμούσε ότι η στάση της ελληνικής πλευράς βοηθούσε το έργο του καθώς αναδείκνυε ως κύριο παράγοντα για τη λύση του ζητήματος τον Κυπριακό λαό. Στην αρχή θεωρούνταν ότι μια απευθείας συνεννόηση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας θα έλυνε ευκολότερα το θέμα. Αλλά με το σχέδιο Άτσεσον, ο Μακάριος είχε διακηρύξει ότι δεν θα δεχόταν καμία λύση ακόμα και ευνοϊκή αν τους επιβαλλόταν από έξω. Αντίθετα, αν βρισκόταν λύση μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων το πρόβλημα θα έπαυε να υπάρχει. Συμφωνούσε επίσης, ότι υπήρχε σύγχυση γύρω από την έννοια της «κοινότητας». Υπήρχαν κάποιοι που πίστευαν ότι θα μπορούσαν να κατορθώσουν την ύπαρξη μίας γεωγραφικά διαχωρισμένης τουρκικής κοινότητας. Άλλοι νόμιζαν ότι οι «εμφύλιες συγκρούσεις» συνέβαλαν στο να αποσυρθούν οι Τούρκοι σε χωριστό έδαφος και αυτό διευκόλυνε την ίδρυση Ομοσπονδίας ή καντονιού. Βέβαια, ο Πλάζα – όπως βέβαια και άλλοι ξένοι πολιτικοί παράγοντες- γνώριζαν πολύ καλά ότι όλα αυτά ήταν αναληθή. Γνώριζαν ότι οι Τούρκοι λόγω διαφορετικής θρησκείας και πολιτισμού αποτελούσαν ξεχωριστή «κοινότητα» όπως π.χ οι Εβραίοι ή οι Ιταλοί στην Ν. Υόρκη, αλλά με κανένα τρόπο δεν αποτελούσαν ξεχωριστή γεωγραφική κοινότητα στην Κύπρο. Ο Μεσολαβητής του ΟΗΕ παραδεχόταν ότι η κατάσταση στην Κύπρο θα μπορούσε καλύτερα να παρομοιασθεί με εκείνη της Ν. Υόρκης παρά με της Γιουγκοσλαβίας.
Σχετικά δε με την πιθανότητα απόσυρσης των δυνάμεων της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ, ο Πλάζα είχε αντιληφθεί ότι και μόνο η αναφορά από αυτόν τέτοιου θέματος θα προκαλούσε μεγάλες δυσχερείς, καθώς η τουρκική πλευρά θα είχε να αντιτάξει το ερώτημα του τι θα γινόταν με τις ελληνικές δυνάμεις υπό τον Γρίβα σε περίπτωση που αποσύρονταν οι δικές της όσο και οι ελληνικές δυνάμεις. Θεωρούσε ακόμη, θετική την περίπτωση αποστρατιωτικοποίησης του νησιού αλλά πίστευε ότι δεν θα έπρεπε να μεταβληθεί το status quo πριν καταλήξουν σε οριστική λύση. Σε μακρά προοπτική η αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου θα ήταν καλή αλλά κατά τη συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο θα έπρεπε να αφήσουν τα πράγματα όπως ήταν, για να μη διαταραχθούν ισορροπίες που είχαν de facto αποκατασταθεί.
Η ελληνική πλευρά πρότεινε την αποχώρηση της ΕΛΔΥΚ και ΤΟΥΡΔΥΚ για την περίπτωση που θα διευκόλυνε να χρησιμοποιηθεί ως αρχή της ειρήνευσης στο νησί. Άλλωστε, οι ελληνικές δυνάμεις υπερτερούσαν των τουρκικών και άρα η πρόταση δεν ήταν συμφέρουσα για την ελληνική πλευρά. Για την Αθήνα το θέμα της αποστρατιωτικοποίησης αφορούσε την τελική λύση.
Άλλο ένα ζήτημα ήταν εκείνο των αγγλικών βάσεων. Ο Πλάζα πίστευε ότι η μεταβολή του καθεστώτος των βάσεων θα δημιουργούσε δυσχέρειες παρά θα διευκόλυνε την κατάσταση. Για το λόγο αυτό είχαν συζητήσει με τους Άγγλους ένα άλλο τρόπο, να παραμείνουν δηλαδή οι βάσεις στην κυριαρχία τους αλλά με περιορισμένο χρόνο, «λογικής διάρκειας», προκειμένου να αντιμετωπιστούν και τα οικονομικά προβλήματα της Κύπρου, η οποία έπρεπε να αναπτυχθεί. Υποστήριξε ότι η αγγλική πλευρά δεν είχε διατυπώσει αντιρρήσεις σε αυτή την πρόταση, καθώς το θέμα αυτό θα ακολουθούσε την εξεύρεση λύσης ως επιβοηθητικό.
Καθώς η Ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις δεν θα επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο. Από τα γεγονότα βέβαια, και το υλικό της περιόδου 64-66 συνάγεται ότι υπήρξαν θετικές ευκαιρίες για την ελληνοκυπριακή πλευρά, οι οποίες «σκόνταψαν» είτε σε κακό χειρισμό από την ελληνοκυπριακή πλευρά, που οφειλόταν εν μέρει στη διάσταση απόψεων και πολιτικής προσέγγισης του θέματος, είτε σε εξωγενείς παράγοντες, ως αποτέλεσμα των αμερικανικών πιέσεων. Η αλήθεια είναι ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος και η τουρκική πλευρά εκμεταλλεύτηκε τις αδυναμίες και την «ανασφάλεια» της ελληνοκυπριακής για να ανατρέψει προς όφελος της τα πράγματα και στη συνέχεια με τα δραματικά γεγονότα του 74 να δημιουργήσει de facto κατάσταση. Οι πρωταγωνιστές της εποχής σε Ελλάδα και Κύπρο είχαν εκτιμήσει ότι η διεθνής κοινότητα θα δικαίωνε τελικά τον αγώνα και τα αιτήματά τους. Όμως οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ ενδιαφέρονταν περισσότερο να «προσαρμόσουν» το δίκαιο στα συμφέροντα τους  Η παρουσία και η δύναμη του ΟΗΕ υπερεκτιμήθηκε καθώς η αδυναμία του Οργανισμού να επιβάλλει τις θέσεις του απέναντι στα σχέδια των ΗΠΑ έπρεπε να έχει έγκαιρα διαγνωστεί, ενώ Αθήνα και Λευκωσία θα μπορούσαν να παρουσιάζονται ως αρραγές μέτωπο προς τους τρίτους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.